Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

Το σβήσιμο, Πέρσιβαλ Έβερετ


«Το ξύλο, όμως, η αίσθησή του, η μυρωδιά του, το βάρος του…όλα αυτά ήταν πολύ πιο χειροπιαστά απ’ τα λόγια. Το ξύλο ήταν τόσο απλό. Γαμώτο, ένα τραπέζι είναι ένα τραπέζι- τίποτ’ άλλο»(184).

Το Σβήσιμο, βιβλίο του αφροαμερικάνου συγγραφέα και πανεπιστημιακού Πέρσιβαλ Έβερετ, διακρίθηκε με το βραβείο μαύρων λογοτεχνών Hurston /Wright Legacy Award. Πρόκειται για ένα πρωτοποριακό μυθιστόρημα σε σχέση με τη δομή του, όπου ο ευρυγώνιος φακός του δημιουργού οδηγεί τον αναγνώστη σε μια πρισματική ανάγνωση μέσα από τα θέματα στα οποία εστιάζει. 

Το έργο καταπιάνεται με τις έννοιες του ρατσισμού και του φυλετισμού, τη λογοτεχνική παραγωγή και τους μηχανισμούς που κινούν τα νήματά της, τα μίντια και την επίδρασή τους στο κοινό. Ακόμη, αναδύονται σημαντικά ζητήματα, όπως η επιθυμία για αναγνώριση, η προδοσία αξιών, οι δυνατότητες που έχει κάθε άνθρωπος και η επιλογή του να τις αξιοποιήσει, η νόσος του Αλτσχάιμερ.

Ο τίτλος παραπέμπει στο σβήσιμο του εαυτού ενός καλλιτέχνη, το ξεπούλημα της συνείδησής του που υποκύπτει στην ανάγκη για να υπηρετήσει αυτό που κατακρίνει.


Ο Θεολόνιος Έλισον είναι ένας αφροαμερικανός συγγραφέας που δεν έχει γνωρίσει την εμπορική επιτυχία των έργων του, εξαιτίας της δύσβατης αρχαιοελληνικής θεματολογίας τους που απέχει κατά πολύ από εκείνη των ομότεχνων της φυλής του. Με αφορμή τον εκνευρισμό του για τον θρίαμβο του βιβλίου μιας μαύρης συγγραφέως που επαναλαμβάνει με ελαφρότητα το θεματικό μοτίβο της ζωής στο γκέτο, γράφει μια παρωδία αυτού του έργου-δείγματος «πολιτικά ορθής» αφροαμερικάνικης λογοτεχνίας με το ψευδώνυμο Σταγκ Αρ Λι. Μετά τη δολοφονία της γιατρού αδερφής του από οργισμένους διαδηλωτές κατά των εκτρώσεων, ο ίδιος έχει ανάγκη από χρήματα για να στηρίξει τη μητέρα του που πάσχει από Αλτσχάιμερ. Το βιβλίο του εκλαμβάνεται ως «βιωματικό» και του υπόσχεται χρήματα και δόξα. Σύντομα γίνεται το νέο εκδοτικό γεγονός και ο μυστηριώδης δημιουργός του επιδίδεται σε μεταμφιέσεις, προκειμένου να υπογράψει χρυσά συμβόλαια. Παράλληλα, ως Έλισον και πανεπιστημιακός, χρίζεται μέλος της κριτικής επιτροπής για το αμερικάνικο λογοτεχνικό βραβείο. Ωστόσο, ανάμεσα στις υποψηφιότητες περιλαμβάνεται και η πατολογία του και παρά τις προσπάθειές του να την υπονομεύσει στους υπόλοιπους κριτές, δεν μπορεί να ανακόψει την ένθερμη υποδοχή και αναγνώρισή της. Ο συγγραφέας αναγκάζεται να έρθει αντιμέτωπος με όσα αναποδογύρισε για την πραγματική του ζωή και ταυτότητα, σ’ ένα σύστημα που όσο κι αν στηλιτεύει αυτοστιγμεί τον καταπίνει.


Η ανάγνωση κύλησε με αργούς ρυθμούς, γιατί ενώ το βιβλίο είναι γενικά ευκολοδιάβαστο, υπήρχαν ορισμένα σημεία που η εσωτερική μου φωνή "σκάλωνε" με αποτέλεσμα να επιστρέφω προσπαθώντας να φτιάξω τους δεσμούς. Είναι τα διαφορετικά θεματικά χωρία στα οποία ο αφηγητής καταγράφει τις σκέψεις του συνειρμικά και ελλειπτικά πριν ξαναπιάσει το νήμα της κύριας αφήγησης και επανέρχεται τακτικά συμπληρώνοντάς τα, μετακινούμενος στον άξονα του χρόνου (διάλογοι διωγμένων καλλιτεχνών, η τέχνη της ξυλουργικής, εικόνες της ζωής των ψαριών μιας λίμνης).

Το μυθιστόρημα είναι βαθιά πολιτικό, καθώς τον Έβερετ φαίνεται να απασχολεί έντονα η έννοια της φυλής και του ρατσισμού. Αισθάνεται πως ένας αφροαμερικάνος δημιουργός πρέπει να απολογείται για το πόσο περισσότερο ή λιγότερο μαύρος είναι μέχρι να φτάσει στο σημείο να εξομοιωθεί με τους άλλους, απαρνούμενος τις «καλές» του ρίζες, ώστε να ενταχθεί σε μια κοινωνία που τον θέλει εγκλωβισμένο στο προκαθορισμένο πλαίσιο της κάστας του που αγαπά το εύκολο, το προσωρινό, το περιθώριο. Ταυτόχρονα, τολμά να πει πως μια δυτική κοινωνία μπορεί να χρησιμοποιήσει τη μαύρη λογοτεχνία, για να στηρίξει τη δημοκρατική της υπόσταση. 

Επιπλέον, θίγεται εκτεταμένα η επίδραση των μίντια, η δύναμή τους να επιβάλλονται στο κοινό, να ναρκώνουν συνειδήσεις, να αποτελειώνουν την όποια ανθρώπινη αξιοπρέπεια στο βωμό του κέρδους. Κυρίως, η ανάγκη τους για «εύκολους» πολίτες που δύνανται στην ποδηγέτηση.

Είναι χαρακτηριστικό, ότι ο συγγραφέας επιλέγει εύστοχα να εγκιβωτίσει την παρωδία που εκδίδει ο ήρωάς του ψευδεπίγραφα, γιατί μέσα από τη αφροαμερικάνικη διάλεκτο των εμπόνικς διαγράφονται αμεσότερα τα ζητήματα που τον απασχολούν για την ποιότητα της λογοτεχνικής παραγωγής των μαύρων και όχι μόνο. 

Στην ίδια κατεύθυνση βλέπουμε και την αυτοαναφορικότητα του έργου: ένα βιβλίο για τα βιβλία ρίχνει τα τείχη και μιλά για όσα συμβαίνουν στα λογοτεχνικά πράγματα και τους μηχανισμούς που τα κινούν. Μας δίνει την οπτική των στοχευμένων εκδόσεων, όταν ο δημιουργός γράφει ένα βιβλίο γνωρίζοντας εκ των προτέρων το κοινό του και την εμπορική επιτυχία που μπορεί να έχει. Ταυτόχρονα, μας μυεί στο θεσμό των βραβείων όπου απουσιάζουν τα αντικειμενικά κριτήρια στην ανάδειξη των νικητών, εφόσον θριαμβεύει ο υποκειμενισμός, οι κριτές δε διαβάζουν τα περισσότερα έργα ενώ άλλα τα προωθούν βάσει συμφερόντων και πελατειακών σχέσεων.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες είναι οι αναφορές του αφηγητή στην πορεία της υγείας της μητέρας του που πάσχει από τη νόσο του Αλτσχάιμερ και τις τρομακτικές επιπτώσεις του στην ανθρώπινη υπόσταση, ψυχική και σωματική.


Στον τελικό απολογισμό θα έλεγα, πως με ξένισε η πληθώρα των "ποιητικών" μερών του βιβλίου στην προσπάθεια του συγγραφέα να δώσει ένα μοντερνιστικό έργο με σταλαγματιές ροής συνείδησης, όπως και κάποια "γκρίζα" αφηγηματικά τμήματα που θα μπορούσε να παραλείψει (π.χ. το άγνωστο παρελθόν του πατέρα του και τη συνάντηση με την ετεροθαλή αδερφή του), τη στιγμή που ήδη μας προσφέρει ένα πολυθεματικό λογοτέχνημα. Ένα μυθιστόρημα που η γλώσσα και τα μέσα της (χιούμορ, σάτιρα, ειρωνεία) κρατούν τα κλειδιά της ερμηνείας του, το αναδεικνύουν σε σημαντικό και αξίζει να διαβαστεί.


Η έξοχη μετάφραση της Χίλντας Παπαδημητρίου αποδίδει ανάγλυφα τη συσχετισμένη με την αργκό των μουσικών της τζαζ, της ραπ και του χιπ-χοπ διάλεκτο και βοηθά στην κατανόησή του.


Έβερετ Πέρσιβαλ, Το σβήσιμο, μτφ. Χίλντα Παπαδημητρίου, εκδ. Πόλις, σελ. 341.

Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2014

Το βιβλιοβάζο


Είναι αλήθεια, πως είθισται να δίνω προτεραιότητα στην ανάγνωση των βιβλίων που κρατώ για πρώτη φορά στα χέρια μου, είτε αυτά είναι αγορασμένα είτε δανεισμένα, με αποτέλεσμα να παραγκωνίζω τα άλλα που έχω από καιρό.

Η ανάγνωση είναι θέμα διάθεσης. Παρ’ όλα αυτά, η σκέψη πως πρέπει να κάνω κάτι με εκείνα τα βιβλία μου που "κοιμούνται", επανέρχεται σαν μια πόρτα που ανοιγοκλείνει κάνοντάς με  στιγμιαία να αισθάνομαι ένα κενό και μια μικρή ανεπάρκεια. Ο λόγος για τα αδιάβαστα μικρά μου που αποκτώντας τα τα έχω ξεχωρίσει ανάμεσα σε άλλα, πότε αυθόρμητα και πότε στοχευμένα, επιλογές που σίγουρα έχουν πολλά να μου πουν.

Η ιδέα προέκυψε όταν μια μέρα, καθώς περιηγούμουν στο tumblr και κοιτούσα βιβλιοεικόνες, πέρασε από μπροστά μου μια βιβλιοφιλική φωτογραφία με ένα βάζο οικιακής χρήσης που μέσα του είχε χρωματιστά χαρτάκια. Κλικάροντας την, διαπίστωσα πως ο κάτοχός του είχε συγκεντρώσει τους τίτλους των βιβλίων του που προορίζονται για ανάγνωση και μάλιστα τους είχε κατηγοριοποιήσει χρησιμοποιώντας διαφορετικά χρώματα χαρτονιού ως δείκτες διάκρισης [άγνωστη ακριβώς, υποθέτω λογοτεχνική που να σχετίζεται με είδη, χρονολογία έκδοσης, βιβλία του ίδιου συγγραφέα (;) ]. Καθώς την βρήκα χαριτωμένη και ενδιαφέρουσα, την έκανα reblog και μπορείτε να την δείτε εδώ

Χθες, σε ένα ευχάριστο διάλειμμα μεταξύ πολλών υποχρεώσεων, έφτιαξα το δικό μου βιβλιοβάζο με τους τίτλους των βιβλίων που στέκουν αδιάβαστοι περισσότερο από τρεις μήνες. Σκέφτηκα, πως στην περίπτωση που θα τους διαχώριζα σε υποκατηγορίες, θα παρέμεναν πάντα ως έχουν, γιατί τα δάχτυλά μου  σκόπιμα θα επέλεγαν συγκεκριμένα χρώματα και στην παλάμη μου θα κατέληγαν τίτλοι που αλιεύω ηθελημένα. Έτσι, χρησιμοποίησα δύο λευκές κόλλες τύπου Α4 τις οποίες έκοψα σε ισομεγέθη κομμάτια και έγραψα σ’ αυτά τους τίτλων των λογοτεχνικών έργων με τους συγγραφείς τους, αφού προηγουμένως τα είχα συγκεντρώσει εμπρός μου. Στη συνέχεια, δίπλωσα τα χαρτάκια σαν φυσαρμόνικα, ώστε να αποφύγω μελλοντικά κρυφοκοιτάγματα, και τα έριξα ανακατεύοντας μέσα σ’ ένα βάζο που πρωτύτερα περιείχε πραλίνα φουντουκιού.

Οι αδιάβαστοι τίτλοι μου ανέρχονται στους 17 και η καταγραφή τους δεν αποτέλεσε χρονοβόρα διαδικασία. Υποθέτω, πως αυτός ο αριθμός εξαιτίας της οικονομικής μου στενότητας αλλά και του ορίου που έχω θέσει στον εαυτό μου, δεν θα μεγαλώσει κατά πολύ-τουλάχιστον για το επόμενο τρίμηνο, μιας και το σχέδιο του κουμπαρά δούλεψε χωρίς να μου αφήσει αδιάβαστα.

Δεν ξέρω κατά πόσο αυτό το βιβλιοπαιχνίδι που αφήνεται στον κλήρο μπορεί να ευδοκιμήσει και αν είναι υποσχετικό της μείωσης των βιβλίων που παρακάμπτω, γοητευμένη κάθε φορά από πιο "φρέσκα" αναγνώσματα. Όμως, η διάθεση να το μοιραστώ μαζί σας από μόνη της είναι ικανή να με βάλει στη διαδικασία να το δοκιμάσω.

Το ιδανικό είναι, να διαβάζω ένα βιβλίο του βάζου το μήνα πάντα με κλειστά τα μάτια και χωρίς ζαβολιές σ’ αυτό που μου τυχαίνει.


Τί λέτε, θα λειτουργήσει;

Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2014

Το Τρίτο Ράιχ, Ρομπέρτο Μπολάνιο



«Αυτό το είδος παιχνιδιών σου προξενεί μια περίεργη διάθεση να βρεις στοιχεία. Είναι σαν να θέλουμε να μάθουμε όλα όσα έγιναν ώστε να αλλάξουμε αυτά που έγιναν λάθος» (298).

Το μυθιστόρημα Το Τρίτο Ράιχ είναι έργο ενός σπουδαίου λογοτέχνη που τα τελευταία χρόνια έχει επιβληθεί ανάμεσα στους σημαντικότερους λατινοαμερικάνους της σύγχρονης ξένης πεζογραφίας και έχει δεχτεί σημαντικές λογοτεχνικές διακρίσεις. Για τους περισσότερους αναγνώστες ανά τον κόσμο, κορυφαίο δημιούργημά του θεωρείται το 2666, όπου αναδεικνύεται στο έπακρο το συγγραφικό του ταλέντο.

Ο Χιλιανός Ρομπέρτο Μπολάνιο (1953-2003) μεγάλωσε στο Μεξικό, όμως το 1973 ανέπτυξε επαναστατική δράση στο γενέθλιο τόπο του, προκειμένου να στηρίξει την κυβέρνηση Αλλιέντε. Με την άνοδο του Πινοσέτ στην εξουσία και την επιβολή της δικτατορίας, συνελήφθη ως ύποπτος τρομοκρατίας. Αποφυλακιζόμενος επιστρέφει στο Μεξικό, όπου διάγει μποέμικη ζωή και γίνεται γνωστός στους λογοτεχνικούς κύκλους για τον αυθορμητισμό και τη δυναμικότητα του χαρακτήρα του. Το 1978 μετανάστευσε στην Ισπανία, παντρεύτηκε, έζησε προσωρινά στην Κόστα Μπράβα και τέσσερα χρόνια μετά εγκαταστάθηκε μέχρι το θάνατό του στην Blanes, μια παραλιακή πόλη της Καταλωνίας.

Ενώ τις προηγούμενες δεκαετίες της ζωής του γράφει ποίηση, συλλογές διηγημάτων και νουβέλες, μετά τη δημιουργία της δικής του οικογένειας, ο φόβος της επερχόμενης οικονομικής δυσχέρειας τον στρέφει στην μεγάλη φόρμα. Εντούτοις, ο ίδιος πάντα θα αισθάνεται ποιητής.

Το ντεμπούτο στο μυθιστόρημα μεγαλύτερης έκτασης γίνεται το 1989 με το Τρίτο ράιχ, ένα βιβλίο που παρέμενε στα συρτάρια του Μπολάνιο, μέχρι να δοθεί από τη σύζυγό του για έκδοση μετά το θάνατό του, το 2010.

Θέμα του βιβλίου είναι ο πόλεμος ως παιχνίδι στρατηγικής, ενώ το επιτραπέζιο παιχνίδι στο οποίο εθίζεται ο πρωταγωνιστής του, η λογοτεχνική μεταφορά του.

Ο τίτλος αναφέρεται υπαινικτικά και ποτέ ξεκάθαρα στο εθνικοσοσιαλιστικό, γερμανικό, ναζιστικό κόμμα που με επικεφαλής τον Αδόλφο Χίτλερ και την εξοντωτική φυλετική πολιτική που ακολούθησε, οδήγησε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με δραματικές αλλαγές στον παγκόσμιο χάρτη. Ωστόσο, το Τρίτο Ράιχ, από άποψη μυθιστορηματικής πλοκής, είναι ένα επιτραπέζιο παιχνίδι στρατηγικής με το οποίο ασχολείται ο πρωταγωνιστής και αφηγητής της ιστορίας, ο 25χρονος Ούντο Μπέργκερ, ένας επαγγελματίας των wargames που παίζει με τα στρατιωτάκια του και στοχάζεται πυρετωδώς στην οργάνωση του πολέμου για τη διεξαγωγή μαχών, επιθυμώντας να αλλάξει την ιστορία.

Ο νεαρός Γερμανός πρωταθλητής του Tρίτου Ράιχ φτάνει οδικώς με την κοπέλα του σ’ ένα ξενοδοχείο Γερμανών της Κόστα Μπράβα- γνώριμο από τότε που πήγαινε μικρός με την οικογένειά του- για να περάσουν τις πρώτες τους καλοκαιρινές διακοπές. 
Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στο τουριστικό θέρετρο, ο Ούντο θα βρεθεί με τη σύζυγο του ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου που τον γοήτευε από παλιά, θα γνωριστεί μ’ ένα ζευγάρι Γερμανών παραθεριστών, δύο περίεργους ντόπιους και έναν παραμορφωμένο τύπο που νοικιάζει ποδήλατα στην παραλία, τον Καμένο. 
Τη στιγμή που οι φιλίες και ο έρωτας τον πιέζουν, το παιχνίδι απορροφά όλη την προσοχή του και τον απελευθερώνει. Κλείνεται με τις ώρες στο δωμάτιο του ξενοδοχείου και προσπαθεί να βρει νέες στρατηγικές παιξίματος, ώστε να βελτιώσει την τεχνική του. Αρχίζει να κρατά ημερολόγιο, για να ασκηθεί στο γραπτό λόγο, καθώς συμμετέχει με κείμενά του σε εξειδικευμένα περιοδικά στρατηγικής παιχνιδιών και επιθυμεί να βιοποριστεί μέσα από αυτά.  
Το καλοκαίρι ωστόσο φτάνει στο τέλος του και όλα βαθμιαία επιστρέφουν στην κανονικότητά τους. Η σύντροφός του αναχωρεί για τη Γερμανία ενοχλημένη από την αδιαφορία του, ενώ ο καρδιακός του φίλος Κόνραντ, παίκτης παιχνιδιών στρατηγικής και εμψυχωτής του στη συγγραφή, τον συμβουλεύει να επιστρέψει, γιατί ρισκάρει τη θέση του στη δουλειά.
Στο μεταξύ, ο 25χρονος άθελά του εμπλέκεται στην υπόθεση πνιγμού του ενός γερμανού παραθεριστή, εξαιρετικού σέρφερ, και με το πρόσχημα της υποτιθέμενης φιλίας που αναπτύχθηκε εντός λίγο μόνο ημερών με το θύμα δεσμεύεται απέναντι στις τοπικές αρχές και επιτείνει την παραμονή του στην Κόστα Μπράβα.
Μολαταύτα, ο πραγματικός λόγος της αναβολής της επιστροφής του είναι, ότι έχει βρει τον ιδανικό αντίπαλο για να παίξει. Αφού πρώτα μυεί τον Καμένο στους κανόνες του παιχνιδιού με τις καρτέλες των στρατηγών και των πεσόντων μάχης, ο λατινοαμερικάνος αναδεικνύεται σε άξιο αντίπαλο, ικανό να αναποδογυρίσει τη ζωή του πρωταθλητή. Και τα καταφέρνει.


Ο Μπολάνιο γράφει ένα βιβλίο μυστηριώδες, συμβολικό, αμφίσημο. Η λογοτεχνία είναι το μέσο για να μιλήσει ο συγγραφέας ελεύθερα για πράγματα που τον απασχολούν σε σχέση με την πολιτική της εποχής του, την επάνοδο του Ναζισμού και την επίδρασή του στην καθημερινότητα των ανθρώπων.

Σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης πλανάται μια ιστορία βιασμού, ένας πνιγμός που τα αίτιά του δεν έχουν διαλευκανθεί, η σεξουαλικότητα της Γερμανίδας Χάννα-κακή συναναστροφή για την αγαπημένη του Ίνγκεμποργκ, ο κλινήρης μα πανταχού παρών ξενοδόχος σύζυγος της θελκτικής φράου Έλζε που είναι αντίπαλος του Ούντο στη ζωή και το παιχνίδι, το χασίς που καπνίζει μαζί με τους ντόπιους και την μικροσκοπική καμαριέρα που πλαγιάζει με τους άντρες με την ευκολία μιας πόρνης.
Το μυθιστρόρημα περιέχει έμμεσες αναφορές στον ολοκληρωτισμό απέναντι στους ξένους (όλοι οι ντόπιοι υπάλληλοι του ξενοδοχείου φοβούνται τον Ούντο και τον θεωρούν τρελό), τη λογοτεχνία (αναφέρεται στο ελαφρύ ανάγνωσμα της κοπέλας του που οπωσδήποτε δεν μπορεί να υπηρετεί ένα ιδεολογικό μόρφωμα, είναι χαμηλή), το ρατσισμό (ο λατινοαμερικάνος Καμένος έχει παραμορφωθεί, γιατί είναι θύμα ναζιστικής επίθεσης, στοιχείο που μας δίνεται σταδιακά και με φόβο), τη φιλία (η ευκολία των τρίτων σε αυτήν και η δυσκολία του ήρωα να την πιστέψει).


Εν κατακλείδι, το βιβλίο με την ημερολογιακά στημένη αφήγηση ήταν αρκετά «αντρικό» για μένα και δυσκολεύτηκα να ταυτιστώ με τον ήρωα. Το κείμενο απέκτησε ενδιαφέρον σχεδόν μετά τις πρώτες 150 σελίδες, κάτι που με κάνει να πιστεύω πως αυτό το μέρος θα ήταν πιο ευχάριστο στην ανάγνωση, αν ήταν πιο σύντομο. Από την άλλη, γνωρίζοντας ότι το Τρίτο ράιχ είναι ένα πρώιμο και ημιτελές μυθιστόρημα που εκδόθηκε χωρίς ο δημιουργός του να το εγκρίνει και δίχως να έχει την δυνατότητα να επέμβει εκ νέου σε αυτό ώστε να φτάσει σε διαφορετική μορφή από αυτήν που ο αναγνώστης κρατά στα χέρια του, μου δίνει κίνητρο για να γνωρίσω και το υπόλοιπο συγγραφικό του έργο.

Γιατί χωρίς αμφιβολία εκείνο που μένει μετά την ανάγνωση, είναι ο τρόπος γραφής του Μπολάνιο με την ποιητικότητα του λάιτ μοτίφ «Η Ίνγκεμποργκ κοιμάται», τις ομιχλώδεις περιγραφές της αυτοσυγκέντρωσης του ήρωα στο παιχνίδι, την εξαιρετική απόδοση της θολούρας που προκαλεί στον πρωταγωνιστή η αϋπνία και η υπερδιέγερση του νου, τις υπέροχες παρομοιώσεις και τα λυρικά λογοτεχνικά σύνολα που ξεπροβάλλουν σαν ανταύγειες μέσα στην πεζότητα της αφήγησης. Με μία λέξη, η ατμόσφαιρα.



Μπολάνιο Ρομπέρτο, Το Τρίτο Ράιχ, μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος, εκδ. Άγρα, σελ. 398.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...