Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

Φρέσκα βιβλία #2




Εντάξει. Αισθάνομαι πολύ χαρούμενη, όταν αποκτώ καινούργια βιβλία και όσο κι αν προσπαθώ να κρυφτώ, το χαμογέλό μου θα ξεπηδά από την οθόνη μου και θα φτάνει ως τη δική σας.
Τα αγοράσαμε με τον σύζυγό μου πριν από δυο βδομάδες σ' ένα ταξίδι-αστραπή στη συμπρωτεύουσα, όλα σε πολύ καλές τιμές. 


Αυτό θα είναι για μένα το πρώτο βιβλίο του Μουρακάμι κι εύχομαι ν’ ακολουθήσουν κι άλλα. Δεν έχω ιδέα για το Κουρδιστό πουλί, αλήθεια. Απλά το πήρα. Πρόταση μιας αναγνώστριας του ιστολογίου, της Rosa Mund.


Aπό καιρό ήθελα να διαβάσω Έβερετ, βλέποντας εγκωμιαστικά σχόλια για τη γραφή και τα έργα του στα φιλικά βιβλιοϊστολόγια. Καταπιάνεται με τις έννοιες του ρατσισμού, της φυλετικής διαφοροποίησης, της πολιτικής, των μηχανισμών που κινούν τα λογοτεχνικά πράγματα.


Για τους Αγριόκυκνους άκουσα μόλις πήρα το πτυχίο μου. Όμως, ήταν πάντοτε πολύ ακριβοί για μένα. Τα 21 ευρώ της προσφοράς σίγουρα ήταν το πιο θελκτικό ποσό που θα μπορούσε να έχει το βιβλίο, ώστε να με συνοδεύσει ως το ταμείο. Μέσα από την αυτοβιογραφία τριών γενεών γυναικών περνούν μπροστά από τα ματιά μας εκατό χρόνια από την πρόσφατη ιστορία της Κίνας, πριν και μετά την επανάσταση του Μάο. 
Όπως μου είπε μια φίλη μου, οι Αγριόκυκνοι δεν είναι ούτε ιστορία, ούτε λογοτεχνία. Είναι ένα έργο που σε βοηθά να γνωρίσεις την ιστορία και τον πολιτισμό μιας χώρας, που αποτυπώνεται μέσα από τη φόρμα της "αυθεντικής", λογοτεχνικής μαρτυρίας.


Πώς σας φαίνονται;


Υ.Γ.1 Έχω κολλήσει στην ανάγνωση του Τρίτου Ράιχ του Ρομπέρτο Μπολάνιο, το οποίο δεν μ’ ενθουσιάζει. Δεν ξέρω γιατί, αλλά το περίμενα καλύτερο. Οι μέρες περνούν κι εγώ είμαι ακόμη στις σελίδες του. Άγχος…
Υ.Γ.2 Θα ακολουθήσουν κι άλλα Φρέσκα βιβλία, γιατί ο κουμπαράς μου έμεινε ανέπαφος. Χιχι!

Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

Τα πορφυρά πανιά, Αλεξάντρ Γκριν



«Η θάλασσα και η αγάπη δεν ανέχονται τους σχολαστικούς» (119).

Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο το βλέμμα μου φυλακίζει την ημερομηνία της ανάγνωσής του ∙ 29/1/2014. Κι όμως, το έχω τόσο νωπό στη μνήμη μου που έχω την εντύπωση πως ήταν μόλις την περασμένη βδομάδα που το διάβασα.

Ο Αλεξάντρ Γκριν γεννήθηκε στη Ρωσία και βιοπορίστηκε κυρίως ως ναυτικός, όπως ο ίδιος επιθυμούσε. Θεωρήθηκε «σκοτεινός» συγγραφέας και υπέστη φυλακίσεις και εξορία. Ήρθε σε ρήξη με την επίσημη κομματική γραμμή στο χώρο της λογοτεχνίας, τη RAPP, που έκρινε τον ίδιο κοσμοπολίτη συγγραφέα και έριξε στην πυρά τη λογοτεχνία του για την αστική της συνείδηση, την έλλειψη αισιοδοξίας και τη μη συμμετοχή των ηρώων στην ταξική πάλη. Την ίδια στιγμή, το έργο του χρησιμοποιήθηκε ως ιδεολογικό έρεισμα ενάντια στο κομμουνιστικό καθεστώς -κάτι το οποίο ποτέ δεν αποδέχτηκε ο Γκριν, μέχρι να αποθεωθεί δεκαετίες αργότερα μέχρι και σήμερα.

Η συγκεκριμένη νουβέλα λόγω της ιδιαίτερης γλώσσας της, αντιμετωπίστηκε σαν ένα ευτελές αφήγημα, κατάλληλο για ψυχαγωγία ή δείγμα ιδιότυπου αισθητισμού, αλλόκοτου και τολμηρού για την εποχή του.

Πρόκειται για ένα κείμενο απροσδιόριστα ανοιχτό στην ερμηνεία του, που νομίζω πως αυτή ακριβώς είναι η μαγεία του. Η δυνατότητα που έχει να ξαναδιαβάζεται και να φέρνει στον αποδέκτη μια νέα προοπτική που δεν την είχε δει σε προηγούμενη ανάγνωση.


Δύο νέοι διαφορετικής καταγωγής, η Ασσόλ και ο Γκρέυ, με οδηγό την αφήγηση και τις δύο παράλληλες προφητείες που φέρνει για τον καθένα, θα συναντηθούν και θα ενώσουν τις ζωές τους. Η πορεία προς αυτήν την ένωση θα ξεκινήσει με αφετηρία ένα κοινό σύμβολο, το καράβι, και θα συνοδευτεί με εικόνες της φύσης δοσμένες με αισθαντικότητα και αγνωστικισμό. 

Η Ασσόλ είναι ένα ορφανό από μητέρα κορίτσι που μεγαλώνει με τον πατέρα της, τεχνίτη παιδικών παιχνιδιών, και ζει απομονωμένη από τον κοινωνικό περίγυρο που την χλευάζει και την θεωρεί τρελή.
Ο Γκρέυ, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, εγκαταλείπει το πατρικό του σπίτι σε ηλικία 15 χρόνων, γίνεται μούτσος κι αργότερα αποκτά το δικό του πλοίο.

Οι δυο ήρωες μοιάζουν με ρομαντικές μορφές, καθώς συλλαμβάνουν τον κόσμο με τις αισθήσεις και έχουν την ικανότητα να βλέπουν πέρα από τα γήινα, αντιλαμβάνονται τη μυσταγωγία του κόσμου, αφουγκράζονται όσα οι πολλοί αδυνατούν, ξεχωρίζουν από το πλήθος και κατευθύνονται προς τον ιδανικό σύντροφο που υπάρχει μόνο γι’ αυτούς από μια άρρητη συμφωνία με τη φύση.

Πηγαίνω στη γυναίκα μου. Δεν είναι ακόμη γυναίκα μου, βέβαια, αλλά θα γίνει. Πρέπει να έχω πορφυρά πανιά, έτσι ώστε να με παρατηρήσει από μακριά, όπως έχουμε συμφωνήσει (125).
Χωρίς καν να το καταλάβει είχε ήδη διασχίσει τον μακρύ δρόμο, λες και κρατούσε στα χέρια ένα πουλί που της αποσπούσε όλη την τρυφερή της προσοχή (133).
Όμως εσείς, όπως οι περισσότεροι, ακούτε τις φωνές κάθε απλής αλήθειας μέσα από το χοντρό γυαλί της ζωής. Οι αλήθειες φωνάζουν, μα εσείς δεν τις ακούτε. Αυτό που κάνω υπάρχει, όπως η παλιά αντίληψη για το όμορφο και το άπιαστο, το οποίο, στην πραγματικότητα, είναι τόσο χειροπιαστό και πιθανό, όσο μια βόλτα στην εξοχή (139).
Όση ώρα δεν ήταν εκεί, το όνομά της περνούσα από στόμα σε στόμα με μια νευρική και σκυθρωπή αγωνία, μ’ έναν μοχθηρό φόβο. [..] Εκείνη στάθηκε μόνη πάνω στην καυτή άμμο, σαστισμένη, αμήχανη κι ευτυχισμένη, μ’ ένα πρόσωπο τόσο πορφυρό όσο και το όνειρό της, τείνοντας ανήμπορα τα χέρια της προς το ψηλό καράβι (145).

Στα Πορφυρά πανιά συναντιέται ο ρομαντισμός με τον ρεαλισμό και το αποτέλεσμα είναι μια τρυφερή νουβέλα μπολιασμένη με παραμυθιακά στοιχεία που έρχεται να θυμίσει τη δύναμη της πίστης για όσα ονειρευόμαστε μέσα στη σκληρή πραγματικότητα που ζούμε και την επιθυμία να την υπερβούμε, να ανοίξουμε τα φτερά μας και να ξεφύγουμε στο όνειρο, σύμφωνα με την πίστη του συγγραφέα που ήθελε τον άνθρωπο ικανό να πετάξει.

Το υπέροχα μεταφρασμένο κείμενο συνοδεύεται από εκτενές επίμετρο με προσέγγιση του συνολικού έργου του Γκριν, ανάγνωση των Πορφυρών πανιών, σημειώσεις, βιβλιογραφία και χρονολόγιο της ζωής του δημιουργού.



Γκριν Αλεξάντρ, Τα πορφυρά πανιά, μτφ. Ιοκάστη Καμμένου, εκδ. Κίχλη, σελ. 205.



Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2014

Ο βιβλιοκουμπαράς


Πριν από ένα μήνα, έγραφα για τα Φρέσκα βιβλία που αγόρασα. Μέσα από τα σχόλια προέκυψε ένα όμορφο θέμα που δεν είχε περάσει από το μυαλό μου ότι μπορεί να ενδιαφέρει έναν βιβλιόφιλο. Όμως, δεν άργησε ν’ ακολουθήσει και η δεύτερη και η τρίτη σκέψη, ώσπου κατέληξα στο συμπέρασμα ότι πράγματι μπορεί κάποιος να θέλει να μάθει περισσότερα γι’ αυτό και πώς λειτουργεί στην πράξη. 

[Οπωσδήποτε για κάποιον που θέλει να διαβάσει ένα βιβλίο υπάρχει η δυνατότητα να το δανειστεί από τη δημοτική βιβλιοθήκη της περιοχής του, να το αναζητήσει (αν υπάρχει ελεύθερο) στο διαδίκτυο, να το βρει από κάποιο φίλο του, να το ανταλλάξει με κάποιο δικό του κ.ο.κ.]

Τι γίνεται λοιπόν στην περίπτωση μου, που θέλω να έχω δικά μου τα βιβλία που διαβάζω; Πώς μεθοδεύω την απόκτησή τους;

Μιας και υπάρχει ζωή έξω από τα βιβλία που όμως «ακουμπά» σ’ αυτά, γιατί είναι αδύνατο να περάσει μέρα χωρίς να διαβάσω έστω μία σελίδα, προκειμένου να χαλιναγωγήσω την καταναλωτική μου μανία που τα αφορά αποκλειστικά, εδώ και τρεις μήνες άρχισα να αποταμιεύω χρήματα σ’ έναν κουμπαρά και να αγοράζω μόνο με όσα συγκεντρώνονται εκεί.

Παλαιότερα τύχαινε να βγω μια σαββατιάτικη βόλτα και δεν κρατιόμουνα, υπέκυπτα στον πειρασμό, όλο και κάποιο βιβλίο αγόραζα. Τώρα με το εύρημα του «βιβλιοκουμπαρά» είναι διαφορετικά, οι αγορές μου είναι πιο ελεγχόμενες και προγραμματισμένες.


Ο κουμπαράς είναι μεταλλικός, τύπου χρηματοκιβώτιο, πράγμα που σημαίνει ότι δε σπάει και μπορώ ανά πάσα στιγμή να τον ανοίξω και να μετρήσω τα χρήματα που έχει μέσα. Κάθε φορά (όχι υποχρεωτικά κάθε μέρα) ρίχνω ό,τι μπορώ. Από 1 μέχρι 5 ευρώ τις καθημερινές κι αν το Σάββατο δω ότι έχω το περιθώριο θα του βάλω και 10 ευρώ (αυτό βέβαια έχει συμβεί μόνο μια φορά). Σταδιακά και μέχρι να διαβάσω τα βιβλία που θέλω, μαζεύεται το ποσό που θέτω ως αρχικό στόχο. Βέβαια, η βιβλιοθελωλίστα συνέχεια τροποποιείται, προσθαφαιρούνται παλιές εκδόσεις, νέες, οικονομικοί τίτλοι και μη. 

-Αρχή νηπιακής, κοριτσίστικης σκέψης,
Κατά ένα περίεργο λόγο, ο στόχος είναι τα 36,50 ευρώ. Είναι λίγο πάνω από το 30, κάτω από το 40 και ένα τσικ από το πεντάευρο (γέλια). Τραγικό τώρα που το διαβάζω, αλλά συνειρμικά έχω καταλήξει σ’ αυτό. Τα 30 μου φαίνονται λίγα, γιατί όλο και κάτι θα προκύψει από τους οικονομικούς τίτλους που θα συμπληρώσω, ενώ τα 40 πολλά.
 Τέλος νηπιακής, κοριτσίστικης σκέψης.-

Σήμερα, έχει περάσει ένας μήνας από την τελευταία μου αγορά και ο βιβλιοκουμπαράς έχει γεμίσει με 32 ευρώ. Και εννοείται πως άρχισα να ετοιμάζω τη λίστα με τα επόμενα βιβλιαράκια μου.

Στο μεταξύ, έχω ήδη διαβάσει τα 5 καινούργια του Booktalks και είμαι στο τελευταίο, το «Τρίτο ράιχ» που παρεμπιπτόντως μου θυμίζει πολύ τα βιβλία του Γκιγέρμο Μαρτίνες. Είναι ατμοσφαιρικό, πυρετικό θα έλεγα. 

Για την ώρα θέλω μόνο να διαβάζω…

Μου φαίνεται θα επιδοθώ σε ανάρτηση τύπου video για τα διαβάσματα των προηγούμενων ημερών :-P

Υ.Γ. Ο βιβλιοκουμπαράς μου διαθέτει δύο επίπεδα. Στο κάτω αποταμιεύω για τον μικρούλη μου. Δεν του ρίχνω πολλά, γιατί αυτός ο καλλικατζαράκος έχει περισσότερα βιβλία από μένα και αρχίζω να θυμώνω,… ;-)

Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2014

Αγαπητέ Θεέ, Ερίκ-Εμανουέλ Σμιτ


«Τον σωματικό πόνο μας τον προκαλούν άλλοι ΄ τον ψυχικό, τον επιλέγουμε» (61).

Την Κυριακή που μας πέρασε, διάβασα ένα υπέροχο «μικρό» βιβλίο το οποίο παρέμεινε στα χέρια μου όχι περισσότερο από μία ώρα. Στη γρήγορη ανάγνωσή του συνέβαλε τόσο το  μέγεθός του (λιγότερες από εκατό οι σελίδες του), όσο και το θέμα του που μου προκαλεί αμηχανία και δάκρυα στα μάτια.


Ένα δεκάχρονο αγόρι, ο Όσκαρ, πάσχει από λευχαιμία και του απομένουν λίγες μέρες ζωής. Οι φίλοι του τον αποκαλούν «γλόμπο», καθώς του έχουν πέσει τα μαλλάκια με αποτέλεσμα να μη μοιάζει ούτε με αγόρι ούτε με κορίτσι. Όμως αυτό είναι κάτι που τον αφήνει σχεδόν αδιάφορο, μιας και έχει εξοικειωθεί με την αρρώστια του, τη δική του και των άλλων παιδιών. 

Στο διάστημα παραμονής του στο νοσοκομείο, θα γνωρίσει και θα δεθεί συναισθηματικά με τη Ρόζα, μια εθελόντρια που κρατά συντροφιά σε παιδάκια που πάσχουν από σοβαρές ασθένειες. Μαζί με την ηλικιωμένη κυρία ξεκινούν ένα παιχνίδι στο οποίο κάθε μέρα το αγόρι νικά το χρόνο και γίνεται κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερος. Μέσα από αυτό, ο ήρωας προσπαθεί να βιώσει εμπειρίες όλων των ηλικιών, μέχρι να φτάσει στο θάνατο. Στο μεταξύ, γράφει με παρότρυνση της γυναίκας σε έναν άγνωστο για τον ίδιο Θεό, προσπαθώντας να τον προσεγγίσει και να τον καταλάβει.

Παράλληλα, οι γονείς του μικρούλη δεν μπορούν να κρύψουν τον πόνο τους για το σπλάχνο τους που σιγοσβήνει, κι αυτό είναι κάτι που ο Όσκαρ αντιλαμβάνεται με αποτέλεσμα να τους αποστρέφεται ολοένα και περισσότερο. Τους θεωρεί δειλούς και ανίκανους να τον δεχτούν όπως είναι, ένα με την αρρώστια του, τη στιγμή που διψά για ζωή και θέλει να βγει νικητής από αυτή τη δοκιμασία.


Η ιδιαιτερότητα της νουβέλας έγκειται στην παρουσίαση της ιστορίας μέσα από τη φωνή του αφηγητή-παιδιού Όσκαρ με αγνότητα, χιούμορ και πολλά ερωτηματικά που σα βέλη στοχεύουν την καρδιά του αναγνώστη και τον κάνουν να αισθάνεται ακόμα πιο μικρός από τον ήρωα.

Γλυκόπικρο, τρυφερό, συγκινητικό, ένας ύμνος στη ζωή και την ισότητα, το Αγαπητέ Θεέ απευθύνεται σε αναγνώστες όλων των ηλικιών και προσωπικά με βοήθησε να δω για άλλη μια φορά πως η ουσία των πραγμάτων είναι εκεί, στα απλά και καθημερινά, στην αγκαλιά του δικού μου μικρού αγοριού που καθόταν ακριβώς δίπλα μου καθ' όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης και παρακολουθούσε Το θαυμαστό ταξίδι του Νιλς Χόλγκερσον.

Το βιβλιαράκι μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη με τον τίτλο «Ο Όσκαρ και η κυρία με τα Ροζ».  Εδώ μπορείτε να δείτε το τρέιλερ της ταινίας.


Σμιτ Ερίκ-Εμανουέλ, Αγαπητέ Θεέ, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ.opera, σελ. 95.
 

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...