Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

Φρέσκα βιβλία

Από τις ημέρες των γιορτών προσπαθούσα να γεμίσω τον κουμπαρά μου, ώστε ν' αποκτήσω καινούργια βιβλία. Τελικά τα αγόρασα σε δύο φάσεις:


Πριν από δύο περίπου εβδομάδες έφτασε η πρώτη booktalkική παραγγελία courierικώς, από την οποία μου έμεινε αδιάβαστος ο «Πότης».
Η αλήθεια είναι πως σκεφτόμουν να τον ξεκινήσω, όμως επειδή δεν είναι μικρούλης και είχαμε να ταξιδέψουμε με τον σύζυγό μου, φοβήθηκα πως θα ανυπομονούσα να τον τελειώσω και το μυαλό μου θα ήταν διαρκώς στα πάθη του.

Ακολούθησε η δεύτερη την Παρασκευή που μας πέρασε, στο ίδιο το Booktalks του Π. Φαλήρου, έναν πανέμορφο βιβλιοφιλικό χώρο με υπέροχους ανθρώπους, καλά βιβλία και καφέ. Δηλαδή το ιδανικό μέρος για μένα! #happiness books+coffee


Χθες το βράδυ κι ενώ επιστρέψαμε και συμμαζευτήκαμε, χαμήλωσα τα φώτα και ξεφύλλιζα με ευλάβεια τα καινούργια μου βιβλία σαν σε ιεροτελεστία.
Τώρα ξέρω πως με περιμένουν φρέσκα βιβλιαράκια  που μυρίζουν όμορφα, οι σελίδες τους είναι ατσάκιστες, είναι καινούργια! Ήταν τα πιο ωραία δώρα που μπορούσα να κάνω στον εαυτό μου και πραγματικά τα ήθελα πολύ.
Μέχρι την επόμενη αποταμίευση, νομίζω πως θα τα έχω διαβάσει. Στο μεταξύ και με βεβαιότητα (μετά από την επαναληπτικότητα του όλου πράγματος που έχει κατακάτσει στο ασυνείδητο μέρος της ύπαρξής μου) τα βράδια θα επιστρέφουν στον ύπνο μου διαφορετικά βιβλία με τη μυρωδιά της κόλλας, με ευφάνταστα εξώφυλλα, ιδιαίτερες γραμματοσειρές άλλοτε μεγάλες κι άλλοτε μικρές. Εκεί, στα όνειρά μου, θα φιγουράρουν ονόματα συγγραφέων  απ' όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου μαζί με τα παιδιά και τις λέξεις τους, καλώντας με σ' ένα ταξίδι ανάγνωσης και αέναης περιπλάνησης με πολλούς σταθμούς μα κανένα τέρμα...


Υ.Γ.1 Τις επόμενες μέρες θα γράψω για το "Κλειδί" και το "Πρόγευμα στο Τίφφανυς". Ήταν εξαιρετικά και τα δύο.
 Υ.Γ.2 Με ποιο λέτε να συνεχίσω;

Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2014

Άνθρωποι και ποντίκια, Τζον Στάινμπεκ



«Ένας άνθρωπος τρελαίνεται άμα δεν έχει κανέναν. Δεν έχει σημασία ποιος θα ‘ναι, αρκεί να είναι μαζί σου» (109).

Αν υπάρχει ένα βιβλίο το οποίο με άφησε άφωνη με την απλότητα της γραφής του, μια απλότητα που εντείνει την τραγικότητα, τότε αυτό είναι η εκπληκτική νουβέλα του Τζον Στάινμπεκ Άνθρωποι και ποντίκια.

Ο Στάινμπεκ γράφει για την εργατική τάξη της δεκαετίας του 1930 και γι’ αυτό το λόγο θεωρείται «κοινωνικός πεζογράφος». Στην κατεύθυνση της κοινωνικής πεζογραφίας συγκαταλέγεται και η νουβέλα «Άνθωποι και ποντίκια», (εκδ. 1937) που τοποθετείται στα χρόνια της κατάρρευσης της αμερικάνικης οικονομίας που διήρκεσε σχεδόν μια δεκαετία για αρκετές από τις πολιτείες της Αμερικής (από το 1929 κ.ε.). Η νουβέλα αυτή χάρισε στο συγγραφέα της την αναγνώριση και τη διασημότητα και μεταφέρθηκε πολλές φορές στο θέατρο και τον κινηματογράφο.
 

Δύο φίλοι, ο Τζορτζ και ο Λένι, περιπλανιούνται και αναζητούν δουλειά. Ο Λένι είναι εύσωμος, μυώδης, χαζούλης και ξεχασιάρης σε αντίθεση με τον Τζορτζ που είναι μικροκαμωμένος, αδύνατος και έξυπνος. Ο Τζορτζ δείχνει αγάπη, κατανόηση και δεκτικότητα απέναντι στο σύντροφό του, όταν εκείνος διαρκώς αποδεικνύεται ανόητος. Θέλει να τον προστατεύει και ρισκάρει την ευτυχία για χάρη του. Ο Λένι δεν μπορεί να ελέγξει τη δύναμή του με αποτέλεσμα να κάνει άθελά του πράγματα που δεν τα καταλαβαίνει. Του αρέσει να αγγίζει απαλά πράγματα, έχει ανάγκη την επαφή π.χ. με το δέρμα ενός ποντικιού, το φόρεμα και τα μαλλιά μιας κοπέλας. 

Στο νέο αγρόκτημα όπου θα βρουν στέγη, δουλειά και τροφή, όλοι οι εργάτες θα συνειδητοποιήσουν το δέσιμο που υπάρχει ανάμεσα στους δύο φίλους, οι οποίοι δε σταματούν στιγμή να ονειρεύονται μια ήσυχη, ανεξάρτητη, αξιοπρεπή ζωή σ’ ένα δικό τους σπίτι, ξεφεύγοντας από την εργατιά της γης. 

Οι δύο σύντροφοι όσο κι αν οι προσπαθούν να κρατηθούν από το όνειρό τους, αυτό σύντομα θα ματαιωθεί με τρόπο τραγικό. Η εμφανίσιμη γυναίκα του απερίσκεπτου Κέρλι, γιου του μεγαλογαιοκτήμονα για τον οποίο δουλεύουν, επιθυμώντας να σπάσει τη μοναξιά της και παρακινημένη από την ανάγκη της να είναι ποθητή στους άντρες, θα σταθεί αφορμή για να εκτυλιχθεί μια τραγωδία.



Διαβάζουμε την ιστορία ανθρώπων με κοινές επιθυμίες, διόλου μεγάλες προσδοκίες, την ανάγκη τους για συντροφικότητα, αξιοπρέπεια, ανεξαρτησία, ελευθερία, σαρκικό έρωτα, ενώ θίγεται αμυδρά το θέμα της φυλετικής διαφοροποίησης και του ρατσισμού και μέσω αυτών η ανάγκη για ισότητα.

Η διάψευση των απλών επιθυμιών μέσα στην σκληρότητα του καθημερινού βίου οδηγεί την αφήγηση σε σημείο ύψιστης δραματικής κορύφωσης. Το τέλος είναι σπαρακτικό και λυτρωτικό για τους κεντρικούς ήρωες.


   
Ο Τζον Στάινμπεκ το 1940 τιμήθηκε με το βραβείο Πούλιτζερ για τα Σταφύλια της οργής, ενώ το 1962 κέρδισε το βραβείο Νόμπελ.


#Η μετάφραση ήταν πολύ καλή και στο τέλος του βιβλίου υπάρχει αναγνωστική προσέγγιση του έργου από τον Μιχάλη Μακρόπουλο.
Το βιβλίο είναι τυπωμένο σε φτηνό χαρτί, όμως ανταποκρίνεται στη λογική του τιμή και αισθάνεσαι ότι ο εκδοτικός οίκος δεν σε εξαπατά.

Τζον Στάινμπεκ, Άνθρωποι και ποντίκια, μτφ. Μιχάλης Μακρόπουλος, εκδ. Παπαδόπουλος, σελ. 163.

Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2014

Μεγάλες προσδοκίες, Κάρολος Ντίκενς



«Με δύο λόγια, ήταν αδύνατο για μένα να την ξεχωρίσω από το παρελθόν ή από το παρόν, από την εσώτατη ζωή της ζωής μου» (301).

Η φετινή μου χρονιά αναγνωστικά ξεκίνησε μ’ ένα υπέροχο κλασικό βιβλίο της βικτωριανής εποχής, τις Μεγάλες Προσδοκίες που αξίζει να διαβαστούν από τον καθένα.

Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά σε συνέχειες σε εβδομαδιαίο περιοδικό για έναν χρόνο από το 1860 μέχρι το 1861. Αμέσως μετά, τον Οκτώβρη του 1861, εκδίδεται σε τρεις τόμους.

Ο συγγραφέας μας δίνει το παλίμψηστο μιας ολόκληρης κοινωνίας του Λονδίνου στις αρχές του 19ου αιώνα, όπου παρακολουθούμε μεταξύ άλλων:
-τη βία, όπως αυτή διαγράφεται μέσα από τους σκοτεινούς χαρακτήρες
-την εγκληματικότητα, τις ποινές, τη φυλάκιση
-την κοινωνική διαστρωμάτωση (οι φτωχοί είναι αγράμματοι, άξεστοι και χωριάτες σε αντίθεση με τους ευγενείς που ο πλούτος και η μόρφωση είναι η περιουσία τους) και τη θέση της γυναίκας (οι φτωχές είναι καταδικασμένες να υπηρετούν τους άλλους, οι πλούσιες με ευγενική καταγωγή διαθέτουν υπηρετικό προσωπικό και κάθε τους επιθυμία είναι διαταγή)
-τον πώς ορίζεται η ανθρώπινη οντότητα και αξιοπρέπεια με βάση την καταγωγή και το χρήμα (ένας άνθρωπος ορφανός, φτωχός και αγράμματος είναι μια υπόσταση που φυτοζωεί και η πορεία του σ’ αυτή τη ζωή είναι συγκεκριμένη –ο μικρός Πιπ ευγνώμων παραγιός στο σιδεράδικο του γαμπρού του ή εγκληματίας).

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Ντίκενς είναι πλούσια σε χιούμορ και ένταση, ενώ οι περιγραφές αποτελούν βασικό συστατικό του έργου. Στη δεξιοτεχνία της αφήγησης θα μπορούσα να προσθέσω τα σημεία εκείνα στα οποία παρεμβαίνει ο συγγραφέας-αφηγητής απευθύνεται στον αναγνώστη και αλληλεπιδρά μαζί του, δημιουργώντας αμεσότητα και ζωντάνια (81), (97), (121), (482) κ.ά. Ακόμη, η άρτια τεχνική της αφήγησης συμπληρώνεται με τις μεγάλες αλήθειες που ακούγονται δια στόματος αγράμματων ανθρώπων (95), (96), (204) κ.ά.

Παράλληλα, εκείνο που κάνει εντύπωση είναι οι πολυδιάστατοι χαρακτήρες που δημιουργεί ο συγγραφέας και οι ενέργειές τους που είναι με τέτοιο τρόπο πλεγμένες και ρεαλιστικά δοσμένες, ώστε ο ήρωας της ιστορίας και ο αναγνώστης, να πέφτουν μέσα στο δίχτυ των γεγονότων και της αφήγησης και να προσπαθούν σταδιακά ν’ απεγκλωβιστούν και να αποκαταστήσουν στο μυαλό τους την αλήθεια. 

Ο τίτλος του έργου σχετίζεται με τις προσδοκίες που έχει ο άγνωστος ευεργέτης για το μέλλον του φτωχού Πιπ και η προσπάθειά του παιδιού να εκπληρώσει το ρόλο του και να φανεί αντάξιος του σχεδίου που τον γλιτώνει από τη μιζέρια και την αφάνεια.


Ο ορφανός Πιπ ζει μαζί με την αυταρχική αδερφή του και τον αγαθό και αγράμματο σιδερά σύζυγό της. Μια μέρα, ενώ πηγαίνει να επισκεφτεί τους τάφους των γονιών του, έρχεται αντιμέτωπος μ’ έναν δραπέτη φυλακών ο οποίος τον απειλεί και του ζητά τρόφιμα. Ο μικρός τα κλέβει από το κελάρι του σπιτιού και τα πηγαίνει κρυφά στον άγνωστο άντρα. Αργότερα, ο κατάδικος συλλαμβάνεται, όμως κατά κάποιο τρόπο θα επιστρέφει συνέχεια στη ζωή του πρωταγωνιστή εν αγνοία του. Παράλληλα, ο μικρός Πιπ καλείται στο παλιό αρχοντικό της πλούσιας ηλικιωμένης κυρίας Χάβισαμ, για να παίξει μαζί με την υιοθετημένη κόρη της Εστέλλα. Το ορφανό αγόρι ερωτεύεται την μικρή που είναι σχεδόν συνομήλική του και η γνωριμία τους θα τον στοιχειώσει. Μεγαλώνοντας κι ενώ ο Πιπ προορίζεται παραγιός στο σιδεράδικο του γαμπρού του, κληρονομεί ένα μεγάλο χρηματικό ποσό και τον περιμένει μια λαμπρή καριέρα μυστικά προδιαγεγραμμένη από έναν άγνωστο ευεργέτη, ο οποίος σύμφωνα με τις παραγγελίες που δίνει στον δικηγόρο του, η ταυτότητά του πρέπει να παραμείνει επτασφράγιστο μυστικό, μέχρι να την αποκαλύψει ο ίδιος στο αγόρι. Ο Πιπ πηγαίνει στο Λονδίνο, κατασπαταλά χρήματα, μορφώνεται και πιθανολογεί με δική του βεβαιότητα έπειτα από μια σειρά συμπτώσεων ότι ο ευεργέτης του είναι η μις Χάβισαμ, που κάποτε είχε επιλέξει εκείνον να συντροφεύει την κόρη της. Η μις Χάβισαμ αντιλαμβάνεται την πλάνη μέσα στην οποία ζει ο Πιπ και συμβάλλει ώστε αυτή να επιδεινώνεται. Τον αφήνει να πιστεύει πως η ίδια ονειρεύεται να τον κάνει πραγματικό κύριο, ώστε να παντρευτεί την Εστέλλα και να γίνει αντάξιος της κοινωνικής της θέσης. Ο πραγματικός ευεργέτης ωστόσο είναι κάποιος άλλος.
 
Δύο παράλληλα δημιουργήματα πλάθονται, η υιοθετημένη, άκαρδη και υπεροπτική Εστέλλα και ο νεαρός και φιλόδοξος Πιπ. Οι μεγάλες προσδοκίες τον τραβούν στ’ όνειρό του, την Εστέλλα. Για εκείνον υπάρχει μόνο μία διαδρομή, της καρδιάς, και πάντα θα αγαπά, θα συγχωρεί, θα βλέπει τον εαυτό του σε σχέση μ’ αυτήν την άπιαστη ύπαρξη.


Είναι αξιοσημείωτο ότι ο ήρωας-αφηγητής σε όλη τη διάρκεια του έργου νιώθει ενοχικός: φοβάται ότι θα του προσάψουν κάποιο σφάλμα, ότι θα τον τιμωρήσουν σαν εγκληματία, ότι ως κοινωνικά κατώτερο ον όλοι τον βλέπουν σαν άνθρωπο του περιθωρίου και ανά πάσα στιγμή μπορεί να βρεθεί κρεμάμενος επί ξύλου. Το πιο δραματικό είναι πως τελικά συνειδητοποιεί πως δεν καταφέρνει να ξεφύγει από τη μοίρα του, μιας και ο ευεργέτης του δεν είναι ένας εύπορος άνθρωπος της αριστοκρατίας.

Ο αναγνώστης συναισθάνεται τις ανησυχίες του Πιπ για τη νέα του κατάσταση, ταυτίζεται μαζί του όταν ο πρωταγωνιστής επιχειρεί να απενοχοποιηθεί για την αλλαγή της κοινωνικής του θέσης σε έναν γνήσιο τζέντλεμαν τη στιγμή που το περιβάλλον του την υποβλέπει. Επιπλέον, γίνεται μάρτυρας της συνειδησιακής του πάλης και της προσπάθειάς του να διαχειριστεί την έπαρσή του, να ξεφύγει από τους ανθρώπους που τον μεγάλωσαν δείχνοντάς του άλλοτε περιφρόνηση, λύπηση, σκληρότητα και άλλοτε τρυφερότητα, κατανόηση, αγάπη και να γλιτώσει από τις ενοχές του για την άρνηση που δείχνει απέναντί τους. 
Εκείνο το οποίο χάνει ο ήρωας στο πέρασμά του από τη μία κατάσταση στην άλλη, είναι η πραγματική ουσία της ζωής. Αντί να αισθάνεται πανευτυχής, προσπαθεί να κόψει κάθε δεσμό με το παρελθόν, για το οποίο ντρέπεται. Σκληραίνει ως άνθρωπος, ζει σα μεθυσμένος, αδυνατεί να θέσει στόχους στη ζωή του και είναι παραδομένος στο σχέδιο του καλού ευεργέτη του. Δεν προσπαθεί να εκλογικεύσει τα πράγματα και να πατήσει φρένο στις σπατάλες και την ηθική φθορά που του προκαλούν. Με την αποκάλυψη της αλήθειας έρχεται η διάψευση των μεγάλων προσδοκιών και η δοκιμασία του κεντρικού ήρωα. Θα υπάρξει άραγε μεταστροφή στο χαρακτήρα του;

Σχετικά με τη μετάφραση υπήρχαν σημεία όπου η ανάγνωσή μου «σκάλωνε» με αποτέλεσμα να ξαναδιαβάζω φράσεις δοσμένες «αγγλιστί» και να προσπαθώ να σκεφτώ πώς ήταν στο πρωτότυπο και πώς θα ήταν προτιμότερο ν’ αποδοθούν:
π.χ. “θα βάλω όλα τα στοιχεία στο σκεπτόμενο καπέλο μου”(375), μια μπουκιά αγγλικά (438), “έριχνε ψάρι στη γραμματοθυρίδα του” (492), “ψαχουλεύαμε ανάμεσα στο απόθεμα από μπότες του κύριου Τζάγκερς για να βρούμε τα καπέλα μας” (495) κ.ά.
Αγόρασα τη συγκεκριμένη έκδοση, επειδή διέθετα ένα εκπτωτικό κουπόνι και ήταν η τελευταία μέρα που μπορούσα να το εξαργυρώσω. Στο συγκεκριμένο κατάστημα υπήρχε μόνο αυτή άμεσα διαθέσιμη…ήθελα και να τις διαβάσω μέσα στις γιορτές και καταλαβαίνετε...


Ντίκενς Κάρολος, Μεγάλες προσδοκίες, μτφ. Παυλίνα Παμπούδη, εκδ. Πατάκη, σελ. 616.

# Το πασίγνωστο κλασικό μυθιστόρημα έχει μεταφερθεί αρκετές φορές στη μεγάλη οθόνη. Παρακάτω θα βρείτε τα λινκς σε περίπτωση που θέλετε να ρίξετε μια ματιά.
-1946, σε σκηνοθεσία του Ντέιβιντ Λιν
-1998, του Αλφόνσο Κουαρόν (το βίντεο που παραθέτω περιλαμβάνει την πιο αγαπημένη μου φράση του βιβλίου “this is my heart and its broken”)
-1999, τηλεταινία του BBC σε δύο μέρη: α και β
-2013, σε σκηνοθεσία του Μάικ Νιούελ
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...