Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

O θείος Βάνιας, η Χοντρομπαλού και ένας Άγγελος του παράξενου



Δεν τρέφω καμία ιδιαίτερη εκτίμηση για το θέατρο – ούτε για αυτό που γράφεται ούτε για εκείνο που παίζεται. Νομίζω ότι η λογοτεχνία δεν ζει αρμονικά με το θέατρο. Τα κείμενα που γράφονται είναι από τα πιο βαρετά που υπάρχουν, αποστειρωμένα και ξεψυχισμένα. Μα, θα μου πείτε, γράφονται ειδικά για το θέατρο, εκεί πάνω θα τους εμφυσηθεί ζωή. Τότε, γιατί εκδίδονται; Γιατί δεν βλέπω, σε αντίστοιχη κατανομή, σενάρια κινηματογραφικών ταινιών, που θα είχαν και περισσότερο ενδιαφέρον; Και τούτο το αλλόκοτο επίθετο, “θεατρικός”, μπροστά από τη λέξη συγγραφέας; Λες και πρόκειται για μιαν αναπηρία του λόγου που προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από ευφημισμούς.

Έχω διαβάσει ελάχιστα θεατρικά κείμενα και έχω δει ακόμα λιγότερο θέατρο. Φαίνεται αυτό, καγχάζετε σαρκαστικά! Έχω διαβάσει Ίψεν (ο οποίος έχει μια τεράστια συγγραφική δύναμη, και δυστυχώς για μένα, που έγραψε μόνο θεατρικά!), Τσέχωφ, Μπέκετ και Ιονέσκο και όταν τελείωσα την ανάγνωση ένιωσα σαν να με είχαν ληστέψει στη μέση του δρόμου! Δελεάστηκα από την μακρόχρονη πεποίθηση ότι η ανάγνωση θεατρικών κειμένων εμπεριέχει απόλαυση και την πάτησα. Αφού δεν είμαι ηθοποιός, τι στο καλό σκεφτόμουν; Σαν να αγόραζε κάποιος ένα εγχειρίδιο για σκάκι όταν δεν γνωρίζει καν πώς στήνονται τα κομμάτια στην σκακιέρα, μόνο και μόνο επειδή άκουγε όλο και συχνότερα ότι το σκάκι είναι μεγάλη τέχνη! Φυσικά και να εκδίδονται τα θεατρικά κείμενα, άλλα ως τεχνικά εγχειρίδια ειδικού σκοπού. Κάθε φορά που προσπαθώ να τα προσεγγίσω με λογοτεχνική ματιά, μου φαντάζουν θνησιγενή και ανίκανα να ανακινήσουν μέσα μου αισθήματα συμπόνοιας. 

Οι τρεις εναπομείναντες συγγραφείς που αναφέρω παραπάνω, όταν απεκδύονται τον θεατρικό μανδύα που τους κρατά σε μια κατάσταση λογοτεχνικού εγκλεισμού, κάνουν πραγματικά θαύματα, ο Ιονέσκο με τον “Μοναχικό” του, ο Μπέκετ με την τριλογία του και ο Τσέχωφ με τα διηγήματά του. Αν είμαι μόνο εγώ που διακρίνω αυτή την διαφορά, τότε είμαι τρελός, και σας παρακαλώ θερμώς να μην ενοχλήσετε τον κόσμο μου! Και μιας και μιλάμε για τρελούς, να μην ξεχάσουμε τον Πόε, τον ηγέτη που συγκέντρωσε υπό την σκέπη του, τις συγγραφικές και αναγνωστικές μάζες και τις οδήγησε προς ένα καλύτερο λογοτεχνικό μέλλον! Πίσω από τη λέξη “διήγημα” πέφτει βαριά και σκοτεινή η σκιά του Πόε! Δυο σημαντικοί επίγονοι του Πόε ήταν ο Γκυ Ντε Μωπασάν και ο Τσέχωφ, συγγραφείς που “θεοποίησαν” το διήγημα και το έστειλαν παρηγοριά στους ταπεινούς και καταφρονεμένους. Αυτοί απέδειξαν ότι η διηγηματογραφία είναι ύψιστη Δημιουργία και ότι ο Θεός τελικά μπορεί και να υπάρχει! 

Ας ασχοληθούμε μόνο με τον Τσέχωφ – το Άγιο Πνεύμα της παραπάνω Αγίας Τριάδας! Ο Τσέχωφ είναι η επιτομή της συντομίας, στις πρώτες πέντε γραμμές έχεις καταλάβει πού βρίσκεσαι, γιατί, ποιος μιλάει, σε ποιον μιλάει και για ποιο θέμα. Αν δε θέλετε να πάνε χαμένα τα λεφτά σας σε εργαστήρια δημιουργικής γραφής, απλώς διαβάστε λίγο Τσέχωφ! Αν πάλι θέλετε να σκορπίσετε τα λεφτά σας, τότε γραφτείτε σε ένα εργαστήριο δημιουργικής γραφής και περιμένετε υπομονετικά μέχρι ο καθηγητής σας να σας συμβουλέψει να διαβάσετε λίγο Τσέχωφ!  Στο βιβλίο “Ώ, γυναίκες, γυναίκες!” συγκεντρώνονται 51 νεανικά διηγήματα τα οποία ο Τσέχωφ έγραψε με ψευδώνυμο (Τι δειλία!, θα σκεφτούν κάποιοι) σε ρώσικα περιοδικά. Η νεαρή ηλικία του συγγραφέα αντανακλάται μέσα στα διηγήματά του – είναι πολύ χιουμοριστικά, με περισσή σκωπτικότητα και έντονη διάθεση εμπαιγμού, χαρακτηριστικά που άφησαν αυτά τα πρώιμα διηγήματα στην σκιά για χρόνια, τόσο παράταιρα με όσα γράφονταν εκείνη την εποχή. Ωστόσο, ο νεαρός Τσέχωφ ήδη μπορούσε να εντοπίζει με ευκρίνεια τις αντιφάσεις της ανθρώπινης ζωής, με μια εξαιρετική παρατηρητικότητα που δεν αλλοιώθηκε ούτε στο ελάχιστο με τα χρόνια, σε αντίθεση με την αυθάδεια του χιούμορ της νιότης που αναπόφευκτα ωρίμασε μαζί του και τελικά πήρε μια γεύση πίκρας. Ο Μαξίμ Γκόρκι, ο αιώνιος μαθητής του, αποφαίνεται στο επίμετρο του βιβλίου, “Αναμνήσεις από τον Τσέχωφ”, ότι,

(...) κανένας δεν καταλάβαινε τόσο καθαρά και λεπτά όσο ο Αντόν Πάβλοβιτς την τραγικότητα των μικροπραγμάτων της ζωής, κανένας πριν από αυτόν δεν μπόρεσε να ζωγραφίσει στους ανθρώπους τόσο αληθινά και ανελέητα τον επαίσχυντο και θλιβερό πίνακα της ζωής τους, μέσα στο θολό χάος της μικροαστικής ρουτίνας.

Εχθρός του ήταν η χυδαιότητα˙ σ' όλη του τη ζωή πάλευε εναντίον της, τη χλεύαζε και την απεικόνιζε με την άφοβη, οξεία πένα του, κατορθώνοντας να βρει τη μούχλα της ακόμα κι εκεί που με την πρώτη ματιά φαινόταν πως τα πάντα ήταν οργανωμένα καλά, βολικά, ακόμα και λαμπρά... Και η χυδαιότητα τον εκδικήθηκε γι' αυτό μ' άσχημο τρόπο, βάζοντας το πτώμα του, το νεκρό σώμα ενός ποιητή, σ' ένα βαγόνι για μεταφορά στρειδιών...


Ο Αντόν Τσέχωφ ήταν ένας μανιακός της γραφής, έγραφε συνεχώς και ταχύτατα. “Γράφε όσο περισσότερο μπορείς! Γράφε, γράφε, γράφε μέχρι να σπάσουν τα δάχτυλά σου!” Οι οδηγίες προς ναυτιλομένους έχουν εκδοθεί στο όμορφο βιβλίο του “Η τέχνη της γραφής”. Στα πρώιμα διηγήματά του γίνονται μόνο κάποιες αχνές νύξεις για την συγγραφική ζωή και τέχνη, και μόνο σε ένα απόσπασμα φαίνεται να ξεσπάει με απίστευτη δριμύτητα, προοίμιο όλων των κατηγοριών που θα δεχθεί στην ζωή του.

(...) Ο κόσμος είναι μεγάλος και γενναιόδωρος, μα ένας συγγραφέας δεν φαίνεται να χωρά σε αυτόν! Ο συγγραφέας είναι ένα αιώνιο ορφανό, ένας εξόριστος, ένας αποδιοπομπαίος τράγος, ένα ανυπεράσπιστο παιδί! Χωρίζω το ανθρώπινο είδος σε δυο κατηγορίες: συγγραφείς και ζηλόφθονους! Οι πρώτοι γράφουν, οι δεύτεροι πεθαίνουν από ζήλια και ξοδεύουν τον χρόνο τους συνωμοτώντας και καταστρώνοντας σχέδια εναντίον των πρώτων. Έχω πέσει συχνά θύμα αυτών των συνωμοσιών και θα πέφτω πάντα! Έχουν καταστρέψει τη ζωή μου!



Ο όμορφος τίτλος “Ω, γυναίκες, γυναίκες!” (όπως και το εξώφυλλο) είναι αρκετά Τσεχωφικός, αλλά νομίζω ότι δεν ταιριάζει καθόλου με την συγκεκριμένη συλλογή διηγημάτων. Υπάρχουν αρκετές γυναίκες εδώ μέσα, που ταλαιπωρούν τους συζύγους τους, και φυσικά ταλαιπωρούνται και εκείνες από αυτούς, όμως, ο θαυμασμός που αναδίδει ο τίτλος είναι παραπλανητικός. Υπάρχει μόνο σαρκασμός που φαίνεται ολοκάθαρα στο ομώνυμο διήγημα, αλλά και στα περισσότερα της συλλογής. Όταν κάποιος διαβάσει όλα τα διηγήματα θα νιώσει ότι “εξαπατήθηκε”, γιατί από τον τίτλο, περίμενε ήδη να συναντήσει διηγήματα άλλου ύφους και περιεχομένου. Αν έπρεπε να επιλεγεί κάποιο διήγημα για να δώσει και τον τίτλο της συλλογής, το “Μετά το πανηγύρι”, “Από το ημερολόγιο ενός βοηθού λογιστή” ή έστω το “Μια υπνωτιστική παράσταση” είναι σαφώς καλύτερες επιλογές. Το λιτό και υπαινικτικό “Ίντριγκες” είναι κατά την γνώμη μου, η τέλεια επιλογή! Ανάλογο προβληματισμό ίσως να σας προκαλέσει και το εξώφυλλο. 

Η μετάφραση της Παυλίνας Παμπούδη είναι πολύ καλή. Ο λόγος του Τσέχωφ είναι στρωτός και απλός και φθάνει πολύ ωραία στην γλώσσα μας μέσω της Αγγλικής οδού! Η μετάφραση βασίστηκε στην αγγλική έκδοση “The undiscovered Chekhov”. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί ένα κείμενο να φθάσει σε μας μέσω μιας τρίτης γλώσσας, δεν συμπαθούσα το “σπασμένο τηλέφωνο” όταν ήμουν μικρός και εξακολουθώ να μην το συμπαθώ ούτε τώρα που μεγάλωσα! Το επίμετρο του Γκόρκι, μεταφράστηκε από την Άννα Αβάκοβα, και χωρίς να θέλω να θίξω την συμβολή της (που ήταν καίρια), δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ, γιατί τόσος κόπος; Δεν υπήρχε το επίμετρο στα Αγγλικά;; 

Οι εκδόσεις “Ροές” είναι από τις πλέον καλαίσθητες του χώρου και πάντα απολαμβάνω να τις διαβάζω και να τις συλλέγω. Όμως αυτές οι παραφωνίες δεν πέρασαν διόλου απαρατήρητες. Παρόλα αυτά, η απόλαυση που πήρα από την ανάγνωση του βιβλίου, χτύπησε κόκκινο, τα διηγήματα είναι υπέροχα, χρυσαφίζουν μέσα στην λάσπη, και σας το λέω έντιμα, δεν χρειάζεται πολύ κοσκίνισμα για να τα βρείτε. Ξεκινήστε την βιβλιοθηρία! 

                                                                                         Μαραμπού


Τσέχωφ Άντον, Ω, γυναίκες, γυναίκες!, μτφ. Παυλίνα Παμπούδη, εκδ. Ροές, σελ.262. 

# Το παραπάνω ενδιαφέρον κείμενο έγραψε ο Μαραμπού και το έστειλε, προκειμένου να στηρίξει τη λειτουργία του ιστολογίου μου. Τον ευχαριστώ από καρδιάς τόσο για τη σκέψη, όσο και για την επιλογή, μιας και ο Τσέχωφ, γήινος και καθαρός σαν το διαμάντι, είναι ο πιο αγαπημένος μου διηγηματογράφος κι εγώ λάτρης της κλασικής λογοτεχνίας. Πώς να το κρύψουμε, άλλωστε;

6 σχόλια:

  1. Δεν έχω διαβάσει πολλά θεατρικά αλλά όσα διάβασα μου άρεσαν.
    Όπως κι όσα έχω δει να ανεβάζουν ερασιτεχνικές θεατρικές ομάδες στην πόλη μου ( και νιώθω ευγνώμων που υπάρχουν έστω κι αυτές).
    Στο μεταξύ την "Τέχνη της γραφής” του Τσάχωφ την αγόρασα το καλοκαίρι. Αυτό το γράφε, γράφε, γράφε έχει εντυπωθεί έντονα μέσα μου! :)))
    Καλά να περνάς :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλησπέρα Airis,

    το θέατρο είναι μια τέχνη που δεν μου ταιριάζει πολύ αλλά κάπου κάπου αφήνομαι στην σαγήνη της, ειδικά στην επαρχία που οι εμφανίσεις της είναι σπανιότατες. Η ένστασή μου έχει να κάνει περισσότερο με τα θεατρικά κείμενα τα οποία, αν και διαθέτουν τεχνικές λεπτομέρειες που μπορεί να εκτιμήσει ένας συγγραφέας δεν διαθέτουν καμία απόλαυση που θα μπορούσε να εκτιμήσει ένας αναγνώστης. Είναι ένας δισταγμός ανάμεσα στην ποίηση και την πεζογραφία και εγώ ως αναγνώστης, δεν έχω καμιά διάθεση διαμεσολάβησης.

    Καλή συνέχεια. Γράφε, γράφε, γράφε λοιπόν!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Είπα κι εγώ,τι έπαθε αυτό το καλό πλάσμα η Book Βlog!Και πάνω που με έτρωγε η περιέργεια,τσουπ,τάδε έφη Μαραμπού!
    Μαραμπού,σε πειράζω,από μένα κανένας καγχασμός,αυτό μου έλειπε.Ενδιαφέρουσα και όπως πάντα τολμηρή και αιρετική και ..και..και η προσέγγισή σου.Ομολογώ δεν τα είχα σκεφτεί έτσι τα πράγματα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Γεια σου (εξίσου, τολμηρή και αιρετική) Βιβή!

    Επειδή κρατούσα στα χέρια μου Τσέχωφ, ο οποίος έχει γράψει πασίγνωστα θεατρικά, παρασύρθηκα και είπα και τον καημό για το θέατρο! Η ανάρτηση βγήκε λίγο ανόμοια και γι' αυτό κάλεσα σε βοήθεια τον Πόε, την ισχυρή κόλλα που μπορεί και κρατά τους λογοτεχνικούς αρμούς σταθερά δεμένους!

    Καλό σου βράδυ, σ' ευχαριστώ που με διάβασες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Έχω διαβάσει αρκετά θεατρικά έργα και μπορώ να πω ότι ίσως μ'αρέσουν πιο πολύ από τα μυθιστορήματα. Δεν έχω καμία σχέση με το θέατρο, απλά με κερδίζουν στη διάσταση των χαρακτήρων και στη σημασία των διαλόγων. Δοκίμασε το μελαγχολικό Glass Menagerie του Tennessee Williams, το διαχρονικό Our Town του Thornton Wilder, το επιθετικό Dutchman του Amiri Baraka ή το πάντα αγαπημένο Death of a Salesman του Arthur Miller. Είναι όλα εξαιρετικά, διαβάζονται σε μία μέρα και θα τα θυμάσαι για μια ζωή. Αν ρίξεις μια ματιά και στο context που έχουν γραφτεί, θα νιώσεις ακόμη μεγαλύτερη ικανοποίηση. :)
    *Πολύ, πολύ όμορφο το κείμενο σου! Μ'έκανες να θέλω να διαβάσω Τσέχωφ, δεν το είχα τολμήσει ως τώρα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Καλησπέρα overtheplace!

    Σ' ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια και τις ενδιαφέρουσες προτάσεις σου! Ας θεωρήσουμε την αποστροφή μου προς τα θεατρικά κείμενα ως ένα είδος αναγνωστικής δυσανεξίας. Είναι κάτι αντίστοιχο με το να μην σου αρέσει η σοκολάτα! Αδυνατείς να καταλάβεις πώς γίνεται αυτό! Αν μου βάλεις μπροστά στο τραπέζι ένα φιλοσοφικό δοκίμιο, ένα ιστορικό δοκίμιο (που γενικά τα βαριέμαι!) και ένα θεατρικό, εκείνο που θα διαβάσω τελευταίο θα είναι το θεατρικό.

    Να διαβάσεις οπωσδήποτε Τσέχωφ! Είναι ο καλύτερος διηγηματογράφος, από όλες τις απόψεις. Σίγουρα, θα μπορέσεις να εκτιμήσεις και τα θεατρικά του, καλύτερα απ' ό, τι εγώ!!

    Καλό βράδυ :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...