Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

Τα πορφυρά πανιά, Αλεξάντρ Γκριν



«Η θάλασσα και η αγάπη δεν ανέχονται τους σχολαστικούς» (119).

Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο το βλέμμα μου φυλακίζει την ημερομηνία της ανάγνωσής του ∙ 29/1/2014. Κι όμως, το έχω τόσο νωπό στη μνήμη μου που έχω την εντύπωση πως ήταν μόλις την περασμένη βδομάδα που το διάβασα.

Ο Αλεξάντρ Γκριν γεννήθηκε στη Ρωσία και βιοπορίστηκε κυρίως ως ναυτικός, όπως ο ίδιος επιθυμούσε. Θεωρήθηκε «σκοτεινός» συγγραφέας και υπέστη φυλακίσεις και εξορία. Ήρθε σε ρήξη με την επίσημη κομματική γραμμή στο χώρο της λογοτεχνίας, τη RAPP, που έκρινε τον ίδιο κοσμοπολίτη συγγραφέα και έριξε στην πυρά τη λογοτεχνία του για την αστική της συνείδηση, την έλλειψη αισιοδοξίας και τη μη συμμετοχή των ηρώων στην ταξική πάλη. Την ίδια στιγμή, το έργο του χρησιμοποιήθηκε ως ιδεολογικό έρεισμα ενάντια στο κομμουνιστικό καθεστώς -κάτι το οποίο ποτέ δεν αποδέχτηκε ο Γκριν, μέχρι να αποθεωθεί δεκαετίες αργότερα μέχρι και σήμερα.

Η συγκεκριμένη νουβέλα λόγω της ιδιαίτερης γλώσσας της, αντιμετωπίστηκε σαν ένα ευτελές αφήγημα, κατάλληλο για ψυχαγωγία ή δείγμα ιδιότυπου αισθητισμού, αλλόκοτου και τολμηρού για την εποχή του.

Πρόκειται για ένα κείμενο απροσδιόριστα ανοιχτό στην ερμηνεία του, που νομίζω πως αυτή ακριβώς είναι η μαγεία του. Η δυνατότητα που έχει να ξαναδιαβάζεται και να φέρνει στον αποδέκτη μια νέα προοπτική που δεν την είχε δει σε προηγούμενη ανάγνωση.


Δύο νέοι διαφορετικής καταγωγής, η Ασσόλ και ο Γκρέυ, με οδηγό την αφήγηση και τις δύο παράλληλες προφητείες που φέρνει για τον καθένα, θα συναντηθούν και θα ενώσουν τις ζωές τους. Η πορεία προς αυτήν την ένωση θα ξεκινήσει με αφετηρία ένα κοινό σύμβολο, το καράβι, και θα συνοδευτεί με εικόνες της φύσης δοσμένες με αισθαντικότητα και αγνωστικισμό. 

Η Ασσόλ είναι ένα ορφανό από μητέρα κορίτσι που μεγαλώνει με τον πατέρα της, τεχνίτη παιδικών παιχνιδιών, και ζει απομονωμένη από τον κοινωνικό περίγυρο που την χλευάζει και την θεωρεί τρελή.
Ο Γκρέυ, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, εγκαταλείπει το πατρικό του σπίτι σε ηλικία 15 χρόνων, γίνεται μούτσος κι αργότερα αποκτά το δικό του πλοίο.

Οι δυο ήρωες μοιάζουν με ρομαντικές μορφές, καθώς συλλαμβάνουν τον κόσμο με τις αισθήσεις και έχουν την ικανότητα να βλέπουν πέρα από τα γήινα, αντιλαμβάνονται τη μυσταγωγία του κόσμου, αφουγκράζονται όσα οι πολλοί αδυνατούν, ξεχωρίζουν από το πλήθος και κατευθύνονται προς τον ιδανικό σύντροφο που υπάρχει μόνο γι’ αυτούς από μια άρρητη συμφωνία με τη φύση.

Πηγαίνω στη γυναίκα μου. Δεν είναι ακόμη γυναίκα μου, βέβαια, αλλά θα γίνει. Πρέπει να έχω πορφυρά πανιά, έτσι ώστε να με παρατηρήσει από μακριά, όπως έχουμε συμφωνήσει (125).
Χωρίς καν να το καταλάβει είχε ήδη διασχίσει τον μακρύ δρόμο, λες και κρατούσε στα χέρια ένα πουλί που της αποσπούσε όλη την τρυφερή της προσοχή (133).
Όμως εσείς, όπως οι περισσότεροι, ακούτε τις φωνές κάθε απλής αλήθειας μέσα από το χοντρό γυαλί της ζωής. Οι αλήθειες φωνάζουν, μα εσείς δεν τις ακούτε. Αυτό που κάνω υπάρχει, όπως η παλιά αντίληψη για το όμορφο και το άπιαστο, το οποίο, στην πραγματικότητα, είναι τόσο χειροπιαστό και πιθανό, όσο μια βόλτα στην εξοχή (139).
Όση ώρα δεν ήταν εκεί, το όνομά της περνούσα από στόμα σε στόμα με μια νευρική και σκυθρωπή αγωνία, μ’ έναν μοχθηρό φόβο. [..] Εκείνη στάθηκε μόνη πάνω στην καυτή άμμο, σαστισμένη, αμήχανη κι ευτυχισμένη, μ’ ένα πρόσωπο τόσο πορφυρό όσο και το όνειρό της, τείνοντας ανήμπορα τα χέρια της προς το ψηλό καράβι (145).

Στα Πορφυρά πανιά συναντιέται ο ρομαντισμός με τον ρεαλισμό και το αποτέλεσμα είναι μια τρυφερή νουβέλα μπολιασμένη με παραμυθιακά στοιχεία που έρχεται να θυμίσει τη δύναμη της πίστης για όσα ονειρευόμαστε μέσα στη σκληρή πραγματικότητα που ζούμε και την επιθυμία να την υπερβούμε, να ανοίξουμε τα φτερά μας και να ξεφύγουμε στο όνειρο, σύμφωνα με την πίστη του συγγραφέα που ήθελε τον άνθρωπο ικανό να πετάξει.

Το υπέροχα μεταφρασμένο κείμενο συνοδεύεται από εκτενές επίμετρο με προσέγγιση του συνολικού έργου του Γκριν, ανάγνωση των Πορφυρών πανιών, σημειώσεις, βιβλιογραφία και χρονολόγιο της ζωής του δημιουργού.



Γκριν Αλεξάντρ, Τα πορφυρά πανιά, μτφ. Ιοκάστη Καμμένου, εκδ. Κίχλη, σελ. 205.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...