Σάββατο, 1 Φεβρουαρίου 2014

Πρόγευμα στο Τίφφανυς, Τρούμαν Καπότε



«Χάιδευε πάντα το γάτο. ¨Καημένε αλήτη¨, είπε, χώνοντας τα δάχτυλά της στο σβέρκο του, ¨δεν έχει όνομα και αυτό δεν είναι καθόλου βολικό. Δεν έχω όμως δικαίωμα να του δώσω εγώ όνομα. Πρέπει να περιμένει μέχρι να ανήκει σε κάποιον. Γνωριστήκαμε τυχαία στο ποτάμι, δεν ανήκουμε ο ένας στον άλλο: Είναι ανεξάρτητος, όπως κι εγώ. Δε θέλω να έχω τίποτα στην κατοχή μου, μέχρι να ξέρω ότι βρήκα το μέρος όπου ανήκουμε εγώ και τα υπάρχοντά μου. Δεν ξέρω πού βρίσκεται αυτό. Ξέρω όμως πώς είναι¨.[..]Είναι σαν το «Τίφφανυς».[…]Με ηρεμεί αμέσως.[..]Αν έβρισκα ένα μέρος που στην κανονική ζωή θα με έκανε να αισθάνομαι όπως στο «Τίφφανυς», τότε θα αγόραζα μερικά έπιπλα και θα έβγαζα όνομα στο γάτο μου» (45, 46).

Αν υπάρχει μια λογοτεχνική ηρωίδα με την οποία ταυτίζομαι, τότε αυτή είναι με σιγουριά η Χόλλυ Γκολάιτλυ, πρωταγωνίστρια της νουβέλας Πρόγευμα στο Τίφφανυς.

Αναρωτιέμαι, τι να είναι αυτό που έχει η Χόλλυ και τόσο με ελκύει; Η ομορφιά της; Η ελαφρότητά της; Η αφέλειά της ή μήπως η βεβαιότητά της γι’ αυτά που της αρέσουν και τη γεμίζουν, τη στιγμή που οι άλλοι φοβούνται να τα παραδεχτούν;

Ο Τζο Μπελ, ιδιοκτήτης ενός μπαρ, τηλεφωνεί στον αφηγητή της ιστορίας, Πωλ, και του ζητά να συναντηθούν στο μαγαζί του. Ο τελευταίος, επίδοξος συγγραφέας, καταλαβαίνει πως πρόκειται να του μιλήσει για ένα πρόσωπο που οι δυο γνωρίζουν όσο κανείς άλλος: τη Χόλλυ Γκολάιτλυ. Με αφορμή μια φωτογραφία της θα ξεκινήσει μια αναδρομική αφήγηση στη οποία ο συγγραφέας θα θυμηθεί τη γνωριμία τους και τις μέρες που πέρασαν μαζί, μέχρι να χάσει τα ίχνη της. 
 
Η Χόλλυ είναι ένα φτωχοκόριτσο της αμερικανικής επαρχίας μ’ ένα παρελθόν καλά κρυμμένο μέσα στην αχανή και μεταπολεμική Νέα Υόρκη, όπου έρχεται να ζήσει μια ξέφρενη ζωή. Κατοικεί σε μια τούβλινη πολυκατοικία με μοναδικά υπάρχοντα ένα γάτο, μια κιθάρα και μια βαλίτσα. Στο γραμματοκιβώτιό της ξεχωρίζει τ’ όνομά της, τυπωμένο σε κάρτα πολυτελούς καταστήματος: «Δεσποινίς Χολιντέυ Γκολάιτλυ», «Ταξιδεύουσα». Τις Πέμπτες γίνεται το κορίτσι του καιρού και επισκέπτεται με πληρωμή στις φυλακές έναν άνθρωπο της νύχτας και του μεταφέρει το δελτίο με τις ειδήσεις που πρέπει να πληροφορηθεί.

Ανάμεσα στις ερωτικές της ατασθαλίες και τους δεσμούς με μεγαλύτερους άντρες, τα πάρτι, τα ξενύχτια, το αλκοόλ θα ξεπηδήσουν σκοτεινά σημεία και οι κόκκινες μέρες που επιστρέφουν από τα παλιά μόνο για λίγο και ταράζουν σχεδόν ανεπαίσθητα την ηρωίδα με τον γραφικό χαρακτήρα νηπιαγωγείου


Η πρωταγωνίστρια έχει μια ελαφρότητα με την οποία καταφέρνει να βλέπει τα πράγματα γύρω της και μέσα σ’ αυτήν ξεστομίζει μεγάλες κουβέντες, βουτηγμένες στην ειλικρίνεια. Η Χόλλυ μοιάζει με πεταλουδίτσα που αναζητά την ευτυχία μιας ανέμελης ζωής και που μια θεία δύναμη την προστατεύει από καθετί κακό. Μια ηρωίδα που ό,τι κι αν πει δεν μπορείς να της κρατήσεις κακία, γιατί απλώς έχει τον δικό της μοναδικό τρόπο να εκφράζεται, την ταυτότητά της, το στυλ και την δύναμη να σκεπάζει τους γύρω της, να γεμίζει το χώρο όπου κι αν βρίσκεται. Είναι μια γυναίκα που έρχεται να μας θυμίσει πως η ευτυχία είναι εντελώς υποκειμενική για τον καθένα.

Ο τίτλος της νουβέλας προέρχεται από έναν αστικό μύθο που είχε φτάσει στ’ αυτιά του συγγραφέα σχετικά μ’ έναν νεοφερμένο στη Ν. Υόρκη πλεϊμπόι, ο οποίος ήθελε να πάει για πρόγευμα στο μοναδικό μέρος που είχε ακουστά ως το πιο εξεζητημένο και ακριβό, το «Τίφφανυς».
Ο Τρούμαν Καπότε καταφέρνει να μπει στο μυαλό μιας γυναίκας, να φτιάξει τη δική του θηλυκή persona και να την περάσει στο χαρτί με τρόπο κινηματογραφικό.

Ο συγγραφέας επιθυμούσε για το ρόλο της πρωταγωνίστριας στη μεγάλη οθόνη την Μέριλυν Μονρόε, πρόσωπο που δεν είναι δύσκολο να το συνδέσεις με τη γυναίκα του βιβλίου.
Η ομότιτλη ταινία του 1961 δεν ακολουθεί πιστά την πλοκή του Καπότε, όμως αποδίδει εξαιρετικά την ατμόσφαιρα του έργου του, που δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από την ίδια την ηρωίδα, που αποκρυσταλλώνεται στο πρόσωπο της Όντρεϊ Χέπμπορν με την χαριτωμένη φραντζούλα και το υπέροχο μαύρο (Givenchy) φόρεμά της.



# νομίζω πως θα μπορούσαν να διαλέξουν μια πιο αντιπροσωπευτική φωτογραφία για το εξώφυλλο

Καπότε Τρούμαν, Πρόγευμα στο Τίφφανυς, μτφ. Ανδρέας Αποστολίδης, επιμ. Κώστας Αρβανίτης, εκδ. Πατάκη, σελ. 132.

6 σχόλια:

  1. Κρίμα που δεν το έχω διαβάσει, πρέπει να είναι πολύ καλό. Ούτε την ταινία πρέπει να έχω δει, αξίζει τόσο;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Νομίζω πως είναι καλύτερα να ξεκινήσεις από το βιβλίο και μετά να δεις την ταινία. Εγώ τουλάχιστον έτσι έκανα :-)
      Μου άρεσε πολύ και νομίζω πως το αδίκησα στην εφαρμογή "goodreads" βάζοντάς του 4 άστέρια. Τα ήθελε τα 5.
      Το βιβλίο κοστίζει γύρω στα 10 ευρώ και αξίζει να το έχει κανείς στη βιβλιοθήκη του.
      Αν θέλεις να το διαβάσεις κι εκεί που βρίσκεσαι δεν μπορείς να το βρεις, εγώ είμαι εδώ να για να σου το στείλω.

      Διαγραφή
  2. Αγαπημένο, όπως και ο συγγραφέας.
    Αγαπάω τον Καπότε για το μέτρο, τον έλεγχο και την ακρίβεια στη γραφή του.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Έχεις απόλυτο δίκαιο! Είναι αυτό το μέτρο που έχει η γραφή του, ώστε το κείμενο να μη γίνεται μελό ή σαχλό. Βάζει τόση πινελιά τραγικότητας, όση χρειάζεται, για να μας δώσει μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα, πέρα για πέρα αληθινή.
      Για μένα το "πρόγευμα" είναι το πρώτο του βιβλίο που διαβάζω.
      Έχω στα υπόψη μου και το "εν ψυχρώ", για αργότερα ίσως.

      Διαγραφή
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...