Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Στο café της χαμένης νιότης, Πατρίκ Μοντιανό




«Ήταν κι εκείνος ο πανικός, πότε πότε, στην προοπτική ότι οι κομπάρσοι που έχεις αφήσει πίσω σου, μπορούν να σε ξαναβρούν και να σου ζητήσουν λογαριασμό» (117).

Γύρω από το μύθο της αιώνιας επιστροφής περιστρέφεται όμως μ’ έναν διαφορετικό τρόπο και το εξαιρετικά καλοδουλεμένο βιβλίο «Στο café της χαμένης νιότης», το οποίο έφτασε στα χέρια μου από τύχη. Ήταν το τελευταίο αντίτυπο στα ράφια του υποκαταστήματος ενός μεγάλου βιβλιοπωλείου. Συνομιλώντας στο τηλέφωνο με την υπάλληλο του καταστήματος, αισθάνθηκα πως αυτό το βιβλίο είχα ένα λόγο παραπάνω για να το διαβάσω. Το μοιραίο. Εγώ και το «café» ήταν να συναντηθούμε τη συγκεκριμένη στιγμή.

Πάνε μήνες που το διάβασα και παρά το γεγονός ότι το διάστημα που μεσολάβησε γνώρισα και αγάπησα σπουδαία λογοτεχνικά έργα, νομίζω πως το συγκεκριμένο υπήρξε η «δική» μου έκπληξη, γιατί το «κουβαλούσα» μέσα μου για μέρες. Κι αν μπορούσα να του βάλω έναν άλλο τίτλο, αυτός θα ήταν «Όλα είναι ένα κλικ».

Στο Παρίσι της δεκαετίας του ΄60 μια γυναίκα γνωστή με το ψευδώνυμο Λουκί εξαφανίζεται. Ο συγγραφέας δίνει το λόγο σε ανθρώπους που όπως θ’ αποδειχτεί ελάχιστα τη γνώριζαν, ώστε να μας δώσει την εικόνα της. Έτσι, το πορτρέτο της σκιαγραφείται διαδοχικά, μέσα από διαφορετικές αφηγηματικές φωνές, οι οποίες δεν είναι παρά ίσκιοι, άνθρωποι περαστικοί που χάνονται. Τον λόγο παίρνει και η ίδια η γυναίκα, η Ζακλίν, η οποία μας δίνει πληροφορίες για τον εαυτό της και μας αφήνει να διαβάσουμε τη σκέψη της. Παιδί αγνώστου πατρός και με μητέρα εργαζόμενη στο Moulin Rouge, προσπαθεί να βρει τα δικά της ερείσματα για να ζήσει. Αισθάνεται πως ο μοναδικός τρόπος για να ξεφύγει από την πραγματικότητα είναι ν’ αφήνει κάθε φορά πίσω της τους όποιους δεσμούς την κρατούν με ανθρώπους που γνωρίζει και να προχωρά. Η ζωή της γίνεται μια αέναη περιπλάνηση. Δύο φορές οδηγείται στην ασφάλεια με την κατηγορία της αλητείας ανηλίκου. Σαν αερικό, διακατέχεται από τον πόθο της για ελευθερία και φυγή. Παντρεύεται σε νεαρή ηλικία έναν 40χρονο άντρα, υπάλληλο μεσιτικού γραφείου, ο οποίος την αναζητεί μετά την εγκατάλειψη της συζυγικής τους στέγης. Η Λουκί βρίσκει προσωρινό καταφύγιο ανάμεσα σε ανθρώπους μποέμ και μεταβατικούς χώρους, τις «ελεύθερες ζώνες», όπου κανείς δε ζητά ταυτότητα (109). Σε μπαρ και επιπλωμένα διαμερίσματα, με σχέσεις εξάρτησης και καταχρήσεις θα βρεθεί ξένη, σ’ ένα Παρίσι φωτεινό αλλά και σκοτεινό, ευρωπαϊκό αλλά και συνοικιακό-περιθωριακό, κρύο, μοναχικό, σκληρό.

Στο βιβλίο αυτό μου άρεσε πολύ η ατμόσφαιρά του, η λεπτή αλλά βαθιά του μελαγχολία. Σ’ αυτήν συμβάλλει ο ίδιος ο τόπος, το Παρίσι, και εκείνα τα μέρη του που βρίσκονται ανάμεσα στο άσπρο και το μαύρο και που αποπνέουν τη μελαγχολία της απώλειας, του κενού, τη ματαίωση των επιθυμιών μέσα στο όνειρο.

Η βραβευμένη μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη πιάνει το σφιγμό του κειμένου, είναι μέσα στον κόσμο του συγγραφέα. Ένα βιβλίο με ατμόσφαιρα είναι πάνω απ’ όλα ένα βιβλίο με λέξεις ακριβείς, σωστά ειπωμένες, σύμφωνα με τον πρωτο-δημιουργό τους.


Μοντιανό Πατρίκ, Στο café της χαμένης νιότης, μτφ. Α. Κυριακίδης, εκδ. Πόλις, σελ. 151.



Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι, Μίλαν Κούντερα




«Ο μύθος της αιώνιας επιστροφής μας λέει αρνητικά, ότι η ζωή που μια για πάντα θα εξαφανιστεί και δεν θα ξανάρθει, μοιάζει με μια σκιά, ότι δεν έχει βάρος, ότι ήδη από σήμερα είναι πεθαμένη, κι ότι όσο άσπλαχνη, όσο ωραία, όσο λαμπερή κι αν είναι, αυτή η ομορφιά, αυτή η φρίκη, αυτή η λαμπρότητα, δεν έχουν κανένα νόημα»

Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι ανήκει σ’ εκείνη την κατηγορία των βιβλίων που θέλω να επιστρέφω. Μυθιστόρημα με στοιχεία δοκιμίου, βρίθει γενικών αληθειών που αφορούν την πατρίδα, την ιστορία, το ίδιο το άτομο.

Πρόκειται για ένα πολυφωνικό έργο στο οποίο ο παντογνώστης αφηγητής βρίσκεται στο μυαλό των ηρώων του, μας μιλά γνωρίζοντας τις μύχιες σκέψεις τους και κάποτε παρεμβαίνει θέλοντας να αποποιηθεί  οποιαδήποτε ταύτιση αφηγητή-συγγραφέα. Τα πρόσωπα του μυθιστορήματος είναι οι ίδιες μου οι δυνατότητες που δεν πραγματοποιήθηκαν (271).

Ο αφηγητής με δεξιοτεχνία μετατοπίζεται στον άξονα του χρόνου και μας παρουσιάζει την ιστορία χωρίς να ακολουθεί χρονολογική σειρά. 

Στη ιδιαιτερότητα της αφήγησης ανήκουν και οι «ονειρικές αφηγήσεις», οι αφηγήσεις που αφορούν το υποσυνείδητο και τα όνειρα των ηρώων. Επιπλέον, όλο το έργο διατρέχει η αποσπασματικότητα: ο αφηγητής συχνά ξαναπιάνει μια φράση που απλά έχει αναφέρει σε προηγούμενο κεφάλαιο και την συμπληρώνει σταδιακά.

Σε α΄ επίπεδο το μυθιστόρημα ασχολείται με τον έρωτα (και κατ’ επέκταση την οικογένεια και τις ρίζες μας, την πατρίδα, την ιστορία)  και τον διαφορετικό τρόπο που μπορεί να εκδηλωθεί μέσα από τα άτομα.
Έτσι, θα μπορούσε να έχει δύο διαφορετικούς τίτλους:
-          Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι    και
-          Η αβάσταχτη βαρύτητα του είναι.

Η βαρύτητα στον έρωτα αντιπροσωπεύει τη σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ του Τόμας και της Τερέζα. Η Τερέζα, μια σερβιτόρα που αργότερα γίνεται φωτογράφος, μπαίνει μοιραία στη ζωή του χειρουργού Τόμας, ζηλεύει τις ερωμένες του (μεταξύ των οποίων και η Σαμπίνα), στα όνειρά της βλέπει τις απιστίες του και ζει με την μυρωδιά των ξένων γυναικών στα μαλλιά του αγαπημένου της που αργότερα θα γίνει επίσημα ο σύζυγός της. Αρκεί ο τρόπος που ο ένας από τους δύο, που η ίδια αντιμετωπίζει έτσι τον έρωτά τους, ώστε αυτός παντοτινά να βρίσκεται στο πεδίο της βαρύτητας.

Με αβάσταχτη ελαφρότητα διάγει τη ζωή του ο Τόμας και στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η άλλη ηρωίδα του μυθιστορήματος, η Σαμπίνα. Πρόκειται για μια καλλιτέχνιδα που θέλει να ζει χωρίς δεσμεύσεις, απολαμβάνοντας κάθε στιγμή ελευθερίας. Δε διστάζει να χωρίσει από ένα μεγάλο της έρωτα, τον Φραντς, προκειμένου να απαλλαχτεί από το βάρος της κτητικότητας που της δείχνει και ν’ απαγκιστρωθεί από τον πόθο του να γίνει η επίσημη ερωμένη του. 

Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι έρχεται να μας θυμίσει το εφήμερο της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα στη ρευστότητα του κόσμου. Ο τρόπος που ο κάθε άνθρωπος θεάται την ύπαρξή του σε σχέση με τους άλλους, εγγράφεται μόνο μία φορά στην ταινία της ζωής του. Η ελαφρότητα και η βαρύτητα είναι ιδιότητες που εμείς επιλέγουμε.

Σε β΄ επίπεδο βλέπουμε πώς οι πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις επιδρούν στα άτομα και καθορίζουν τη μοίρα τους. Η «Άνοιξη της Πράγας» και η ρώσικη εισβολή του 1968 περνούν στις γραμμές του βιβλίου δίχως ν’ αφήσουν τους ήρωες ανέγγιχτους. Οι ζωές των ηρώων, οι επιλογές τους, είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τις ανακατατάξεις που γίνονται σε επίπεδο κοινωνικοπολιτικό. 

Έτσι, το μυθιστόρημα πέρα από ερωτικό είναι υπόγεια αλλά βαθιά πολιτικό, φιλοσοφικό, ποιητικό. Στις σελίδες του παρεισφρέουν στοιχεία που αφορούν τη μυθολογία (Οιδίποδας), τη θρησκεία (τρόπος ενταφιασμού των νεκρών) και την ιστορία (αρχαία και σύγχρονη) και όπου το τυχαίο παίζει καταλυτικό ρόλο, καθώς συνδέει τις ζωές των πρωταγωνιστών.

Με λίγα λόγια είναι ένα ολοκληρωμένο έργο τόσο από άποψης θεματικής που στη βάση του πραγματεύεται τη φύση του έρωτα και των επιλογών μας σε σχέση μ’ αυτόν και τη ζωή γενικά, όσο και από άποψη αφηγηματικής τεχνικής, γραμμένο μοντερνιστικά, πρωτοποριακά, τελείως διαφορετικά απ’ ότι μέχρι στιγμής έχω διαβάσει.


Κούντερα Μίλαν, Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι, μτφ. από τα γαλλικά Κατερίνα Δασκαλάκη, εκδ. Βιβλιοπωλείο της Εστίας, σελ.384.

Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2013

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,




Είχα καιρό να δανειστώ βιβλία από την τοπική βιβλιοθήκη. Με είχε πιάσει ένα είδος μικροβιοφοβίας και πίστευα πως καθετί που αγγίζουν πολλά χέρια είναι μολυσμένο.

Πόσο λυπάμαι και ντρέπομαι γι’ αυτό…

Πλέον νομίζω πως το έχω ξεπεράσει. Κρατώντας ένα βιβλίο της δανειστικής βιβλιοθήκης, συγκεντρώνομαι στην ανάγνωσή του και λίγες μόνο φορές φέρνω στο μυαλό μου πόσοι ακόμα το είχαν στα χέρια τους, πόσα δάχτυλα έχουν γυρίσει τις σελίδες του, πόσα αντικείμενα έχουν καθίσει πάνω του, αν μυρίζει και άλλα τέτοια. 

Ως μικρό κοριτσάκι, ήμουν θαμώνας της παιδικής βιβλιοθήκης. Σχεδόν μέρα παρά μέρα, μετά το σχόλασμα, πήγαινα και δανειζόμουν βιβλία. Το παιδικό τμήμα ήταν καινούργιο, με ευχάριστο περιβάλλον, παιδικά τραπεζάκια και καρεκλάκια, όμορφες παιδικές τοιχογραφίες, ευγενικές κυρίες που μου έδιναν το βιβλιαράκι μου για το σπίτι μέσα σε μια χάρτινη σακούλα με άνοιγμα από επάνω. Υπήρχαν τρία διαφορετικά σχέδια. Εγώ λάτρευα αυτή με τον μαυροπίνακα και το χρυσό περίγραμμα.

Τι μεσολάβησε; Μήπως έφταιγε εκείνο το ντοκιμαντέρ για τους μικροοργανισμούς που είχαμε δει στο Λύκειο; Ή η δική μου κτητικότητα απέναντι στα πράγματα τα αγαπημένα, τα βιβλία; Ήταν και τα οικονομικά δεδομένα διαφορετικά, καλύτερα από κάθε άποψη. 

Συνηθίζω να υπογραμμίζω στα βιβλία μου λέξεις, φράσεις, προτάσεις που αποτυπώνουν αντιπροσωπευτικά το περιεχόμενο κι άλλοτε που απλώς είναι όμορφα ειπωμένες και με εκφράζουν σ’ ένα βαθμό. Είναι μια πρακτική που με γυρνάει πίσω στο χρόνο (αυτή, μαζί με την ημερομηνία που σημειώνω στην τελευταία σελίδα), στην πρώτη αναγνωστική εμπειρία με το εκάστοτε βιβλίο και που ξεφυλλίζοντάς το, μου έρχονται στο μυαλό αναμνήσεις από την εποχή που το διάβαζα. Κατά έναν τρόπο, η ταινία της ζωής μου, εγώ και οι επιλογές μου συνδεόμαστε με τα βιβλία. 

Είναι η πρώτη φορά που κρατώ σε αρχείο του υπολογιστή μου αποσπάσματα από ένα βιβλίο που θα τολμούσα να πω αγάπησα από την πρώτη του λέξη. Το ξέρω, πως αν το βιβλίο ήταν δικό μου, θα περιοριζόμουν στο να υπογραμμίσω με το μολυβάκι μου, να βάλω post it ανάμεσα στις σελίδες του, την απόδειξη της αγοράς του, μια χαρτοπετσέτα ή οποιοδήποτε αντικείμενο που θα μπορούσε να φωλιάσει εκεί μέσα.


Τα μοιράζομαι μαζί σας:

 Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι, αποσπασματικά




«Ο έρωτας ανάμεσα σ’ αυτόν και την Τερέζα ήταν σίγουρα όμορφος, αλλά και τόσο οδυνηρός: έπρεπε πάντοτε να κρύβει κάτι, να υποδύεται, να διορθώνει να της αναστυλώνει το ηθικό, να την παρηγορεί, να της αποδεικνύει αδιάκοπα ότι την αγαπούσε, να υφίσταται τις μομφές της ζήλιας της, του πόνου της, των ονείρων της, να αισθάνεται ένοχος, να δικαιολογείται και να ζητάει συγγνώμη. Τώρα, η προσπάθεια είχε εξαφανιστεί και δεν απόμενε παρά η ομορφιά» (42).

«Είχε ζήσει αλυσοδεμένος με την Τερέζα για εφτά χρόνια κι εκείνη είχε παρακολουθήσει με το βλέμμα της το κάθε του βήμα. Ήταν σα να κουβαλούσε βαρίδια που εκείνη του είχε δέσει στους αστραγάλους. Τώρα, το βήμα του γινόταν ξαφνικά πιο ελαφρύ. Ήταν μέσα στο μαγικό χώρο του Παρμενίδη, γευόταν την γλυκιά ελαφρότητα του είναι» (43).

«Από το κωμικό ως τη διέγερση, μήπως δεν ήταν παρά ένα μονάχα βήμα;» (111).

«Το ίδιο το αντικείμενο έπαιρνε κάθε φορά μια άλλη σημασία, αλλά η σημασία αυτή ανέπλαθε όλες τις προηγούμενες σημασίες» (113).

«Αλλά, αν προδίδεις τον Β. για τον οποίο έχεις προδώσει τον Α., αυτό δε σημαίνει ότι θα συμφιλιωθείς με τον Α. Η ζωή της διαζευγμένης καλλιτέχνιδας δεν έμοιαζε με τη ζωή των προδομένων γονιών της. Η πρώτη προδοσία είναι ανεπιδιόρθωτη. Προκαλεί, με αλυσιδωτή αντίδραση, άλλες προδοσίες, η καθεμιά από τις οποίες μας απομακρύνει όλο και περισσότερο από το σημείο της αρχικής προδοσίας» (118).

«Ο φυσικός έρωτας είναι αδιανόητος χωρίς βία» (140).

«Το να έχεις ένα κοινό, να σκέφτεσαι ένα κοινό σημαίνει να ζεις μέσα στο ψέμα» (142).

«Το ότι συντηρεί τη λατρεία της Σαμπίνας, είναι περισσότερο μια θρησκεία παρά ένας έρωτας» (157).

«Τι είναι η φιλαρέσκεια; Θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι μια συμπεριφορά που πρέπει να υπονοεί ότι είναι δυνατή η σεξουαλική προσέγγιση, χωρίς όμως να θεωρηθεί αυτή η δυνατότητα ως βεβαιότητα. Μ’ άλλα λόγια, η φιλαρέσκεια είναι μια υπόσχεση συνουσίας, αλλά μια υπόσχεση χωρίς εγγυήσεις» (177).

«[…] γιατί το οικοδόμημα στεκόταν στο ένα και μοναδικό υποστήλωμα της πίστης της και οι έρωτες είναι σαν τις αυτοκρατορίες: μόλις εξαφανίζεται η ιδέα πάνω στην οποία χτίστηκαν, εξαφανίζονται και αυτοί μαζί της» (211).

«Η μοναδικότητα του εγώ κρύβεται ακριβώς στο αδιανόητο που έχει το ανθρώπινο ον. Δεν μπορεί κανείς να διανοηθεί παρά μόνον αυτό που είναι απαράλλαχτο σε όλα τα πλάσματα, αυτό που τους είναι κοινό. Το ατομικό «εγώ», είναι εκείνο που διακρίνεται από το γενικό, δηλαδή αυτό που δεν αφήνεται ούτε να μαντευθεί, ούτε εκ των προτέρων να υπολογιστεί, αυτό που πρέπει ν’ αποκαλύψεις, ν’ ανακαλύψεις, να κατακτήσεις στον άλλον» (244).

«Ο έρωτας αρχίζει από μια μεταφορά. Μ’ άλλα λόγια: ο έρωτας αρχίζει από τη στιγμή που μια γυναίκα εγγράφεται με μια από τις κουβέντες της, στην ποιητική μας μνήμη» (256).

«Γι’ αυτό έχει συντάξει μια διαθήκη στην οποία ορίζει ότι η σορός της πρέπει να καεί και η στάχτη να σκορπιστεί. Η Τερέζα και ο Τόμας πέθαναν υπό το σημείο της βαρύτητας. Εκείνη θέλει να πεθάνει υπό το σημείο της ελαφρότητας. Θα είναι πιο ελαφριά απ’ τον αέρα. Κατά τον Παρμενίδη, είναι η μετατροπή του αρνητικού σε θετικό» (337).

«Ποτέ δεν μπορεί να προσδιορίσει κανείς με βεβαιότητα μέχρι ποιο σημείο οι σχέσεις μας με τους άλλους είναι το αποτέλεσμα των αισθημάτων μας, της αγάπης μας, της μη- αγάπης μας, της καλοσύνης ή του μίσους μας, και μέχρι ποιο σημείο είναι εκ των προτέρων επηρεασμένες από το συσχετισμό των δυνάμεων ανάμεσα στα άτομα» (356).

«Ο ανθρώπινος χρόνος δεν γυρίζει κυκλικά, αλλά προχωρεί σε ευθεία γραμμή. Γι’ αυτό και ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος, επειδή η ευτυχία είναι επιθυμία επανάληψης» (366).

«Αυτή η θλίψη σήμαινε: βρισκόμαστε στον τελευταίο σταθμό. Αυτή η ευτυχία σήμαινε: Είμαστε μαζί. Η θλίψη είναι η μορφή και η ευτυχία το περιεχόμενο. Η ευτυχία γέμιζε το χώρο της θλίψης» (384).


Κούντερα Μίλαν, Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι, μτφ. από τα γαλλικά Κατερίνα Δασκαλάκη, εκδ. Βιβλιοπωλείο της Εστίας, σελ. 384.


Υ.Γ.: Eννοείται πως θα ακολουθήσει παρουσίαση του βιβλίου, βεβαίως βεβαίως!
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...