Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013

Το στρίψιμο της βίδας, Χένρι Τζέιμς



Το 1898 ο Χένρι Τζέιμς υπαγορεύει για πρώτη φορά ένα έργο, το «Στρίψιμο της Βίδας», το οποίο θα δημοσιευτεί σε συνέχειες στο περιοδικό Colliers Weekly στην Αμερική την άνοιξη του ίδιου χρόνου. Όπως υποστηρίζει ο ίδιος ο συγγραφέας, πρόκειται για μια ιστορία φαντασμάτων που του τη διηγήθηκε ο αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρου, όταν αποφάσισε να εγκατασταθεί στη νέα του κατοικία στο Σάσσεξ της Αγγλίας.



Παραμονή Χριστουγέννων, γύρω από το αναμμένο τζάκι ενός παλιού σπιτιού, μια παρέα διηγείται ¨παράξενες¨ ιστορίες. Ένας σύντροφος, ο Ντάγκλας, υπόσχεται να πει μια ιστορία που παραμένει κλειδωμένη εδώ και χρόνια στο συρτάρι του σπιτιού του στο Λονδίνο. Πρόκειται για ένα χειρόγραφο που του εμπιστεύτηκε προτού πεθάνει-πριν από είκοσι χρόνια- η κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερη από τον ίδιο γκουβερνάντα της αδερφής του. Μιας και το κείμενο πιάνει το νήμα της αφήγησης από ένα καίριο σημείο, ο Ντάγκλας θεωρεί σημαντικό να προβεί σε ορισμένες διευκρινίσεις που θα βοηθήσουν την παρέα να κατανοήσει καλύτερα την υπόθεση: Η γκουβερνάντα, μια φτωχή κόρη πάστορα, διαβάζοντας μια αγγελία σε εφημερίδα έρχεται σ’ επικοινωνία με το μετέπειτα αφεντικό της και σύντομα αναλαμβάνει χρέη παιδαγωγού έναντι υψηλής αμοιβής. Η κοπέλα επρόκειτο να εργαστεί για το πατρογονικό σπίτι του κυρίου της στο Έσσεξ, όπου είχε επιλέξει ο ίδιος για να μείνουν τα ορφανά ανίψια του. Επιστράτευσε τους καλύτερους υπηρέτες και όρισε ως επικεφαλής του νοικοκυριού την αλλοτινή καμαριέρα της μητέρας του, κυρία Γκρόουζ. Η παιδαγωγός θα ήταν στο εξής ανώτερη όλων και θα είχε την εποπτεία του σπιτιού. Ωστόσο, ο γοητευτικός κύριός της, της έθεσε ένα όρο ̇ να μην τον ενοχλήσει ποτέ. Το χειρόγραφο καταφθάνει ταχυδρομικώς από το Λονδίνο και την τέταρτη μέρα ο Ντάγκλας αρχίζει να διηγείται την ιστορία στους εναπομείναντες συντρόφους. Την αφήγηση του χειρογράφου μας παραθέτει ο αφηγητής της εισαγωγής, στον οποίο ο Ντάγκλας εμπιστεύτηκε αργότερα το πολύτιμο γραπτό. Η νεαρή κοπέλα καταφθάνει στο εξοχικό σπίτι στο Έσσεξ, το οποίο φαντάζει για την ίδια ολότελα εντυπωσιακό και αναλαμβάνει τα καθήκοντά της. Παράλληλα, νιώθει καταγοητευμένη από τη γνωριμία της με τη μικρή της μαθήτρια, Φλώρα, η οποία αναλαμβάνει να ξεναγήσει τη νέα της παιδαγωγό, δείχνοντάς της τα κατατόπια του σπιτιού. Έτσι, περιγράφεται ο χώρος στον οποίο θα διαδραματιστεί το μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης. Ήταν ένα μεγάλο, άσχημο, παλαιό αλλά βασιλικό σπίτι, που ενσωμάτωνε κάτι λίγα απομεινάρια ενός ακόμη πιο παλαιού σπιτιού, μισο-ανακαινισμένο και μισο-χρησιμοποιημένο (29). Ύστερα από δύο μέρες, επιστρέφει ο Μάιλς από το σχολείο στο οποίο φοιτούσε για τις καλοκαιρινές διακοπές. Ωστόσο, σύντομα η παιδαγωγός θα λάβει ένα γράμμα από τον διευθυντή του σχολείο που θα την ενημερώσει για την αποβολή του μαθητή εξαιτίας της διαγωγής του. Το παιδί ποτέ δε θα μιλήσει γι’ αυτό, παρά μονάχα προς το τέλος της ιστορίας, ύστερα από τις πιέσεις που δέχεται από την γκουβερνάντα. Το ζήτημα της διαγωγής διατρέχει όλη την αφήγηση και γίνεται ένα μοτίβο που επιτείνει την αγωνία του αναγνώστη. Σταδιακά, η παιδαγωγός αρχίζει να βλέπει φασματικές παρουσίες που δεν γνωρίζει. Αρχικά την οπτασία ενός άντρα στην κορυφή του πύργου (42) και ύστερα την επανεμφάνισή του έξω από το παράθυρο της τραπεζαρίας του ισογείου (51). Προβληματισμένη για την πραγματική του ύπαρξη και ύστερα από αρκετή σκέψη θα απευθυνθεί στην κυρία Γκρόουζ και θα περιγράψει την μορφή που αντίκρισε, ώστε να μάθει στοιχεία για την ταυτότητα του άντρα. Η κυρία Γκρόουζ την πληροφορεί ότι ο άντρας αυτός δεν είναι άλλος από τον Πήτερ Κουίντ, τον υπηρέτη και καμαριέρη του κυρίου, ο οποίος έχει πεθάνει. Στο διάλογο που αναπτύσσεται μεταξύ τους, η αφηγήτρια αφήνει να εννοηθεί πως η μεγάλη γκουβερνάντα είναι συνένοχη σε κάτι που η ίδια αγνοεί, πως γνωρίζει πράγματα μυστηριώδη και τρομακτικά. Οι δυο γυναίκες θα κλειδωθούν στο σπουδαστήριο του σπιτιού και εκεί θα συζητήσουν διεξοδικά για την αντρική οπτασία. Ένα πέπλο μυστηρίου καλύπτει τις σχέσεις του Κουίντ με τον Μάιλς που έμμεσα σχετίζονται με το αίνιγμα της διαγωγής του. Η αφηγήτρια υπαινίσσεται πως ο διεφθαρμένος άντρας είχε κακοποιήσει τον μικρό, όπως και όλα τα μέλη του υπηρετικού προσωπικού. Ήταν αδυναμία του Κουίντ. Να παίζει μαζί του…να τον παραχαϊδεύει [..] Ο Κουίντ είχε μεγάλη οικειότητα. […] Μεγάλη οικειότητα με όλους! (65) // -Δεν έχω ξαναδεί άλλον σαν αυτόν. Έκανε ό,τι ήθελε. –Μ’ εκείνη; - Με αυτούς όλους. (79) Μπροστά σ’ αυτή την αποκάλυψη η νεαρή κοπέλα αισθάνεται την ανάγκη περισσότερο από ποτέ να προστατέψει με κάθε τρόπο τα ορφανά παιδιά, προκειμένου να τα διαφυλάξει από καθετί κακό. Ήμουν ένα προστατευτικό παραπέτασμα- έπρεπε να στέκομαι μπροστά τους. Όσα περισσότερα θα έβλεπα εγώ, τόσο λιγότερα θα έβλεπαν εκείνα (69). Ένα απόγευμα, η παιδαγωγός μαζί με τη Φλώρα θα βγουν μια βόλτα στην κοντινή λίμνη, τη λεγόμενη Αζοφική Θάλασσα. Εκεί, θα εμφανιστεί μια δεύτερη οπτασία, διαφορετική της πρώτης. Πρόκειται για μια γυναίκα που δεν είναι άλλη από την προκάτοχό της, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις της κυρίας Γκρόουζ. Ήταν ένα ξένο αντικείμενο εκεί- ένα ον, που αμέσως, με πάθος, αμφισβήτησα το δικαίωμα της παρουσίας του (71). Μια γυναίκα μαυροφορεμένη, χλωμή και φρικαλέα (74).  Η γυναίκα αυτή μαζί με τον υπηρέτη, παρά τη διαφορά της κοινωνικής τους θέσης, διατηρούσαν σεξουαλικές σχέσεις. –Σχέσεις μεταξύ τους; - Ολοκληρωμένες. – Παρά τη διαφορά; - Ω, της τάξης τους, της θέσης τους, - ναι, είπε θλιμμένα. Εκείνη ήταν κυρία. (78). Μέσα από συλλογισμούς που κάνει και συζητώντας πάντοτε με την κυρία Γκρόουζ, η παιδαγωγός διαπιστώνει πως κατά το παρελθόν οι δύο διεφθαρμένοι άνθρωποι που επιστρέφουν τώρα ως φασματικές οπτασίες, έχουν ως σκοπό να μολύνουν και να διαφθείρουν τα παιδιά, ψυχικά και σωματικά. -Πάντως, όσο εκείνος ήταν με τον άντρα…-Η μις Φλώρα ήταν με τη γυναίκα (88) // Οι τέσσερεις τους, να είσαι βέβαιη γι’ αυτό, ανταμώνουν αδιάκοπα (112) // Κουβεντιάζουν για φριχτά πράγματα! (113). Κάποιο βράδυ, καθώς η νεαρή παιδαγωγός διάβαζε και έχοντας ένα άσχημο προαίσθημα, βγήκε από το δωμάτιό της κρατώντας ένα κερί. Εκεί, στη σκάλα, είδε για τρίτη φορά την αντρική μορφή. Η οπτασία είχε φτάσει στα μέσα της σκάλας, στο κοντινότερο σημείο προς το παράθυρο, κι εκεί, μόλις με είδε, σταμάτησε και στύλωσε πάνως μου τα μάτια του [..]Με γνώρισε όπως τον γνώρισα κι εγώ, [..] Και το κατάλαβε πως δεν είχα τρομοκρατηθεί (96). Επιστρέφοντας στο δωμάτιό της, διαπιστώνει ότι η Φλώρα λείπει από το κρεβάτι της, γιατί όπως θα πει η μικρή στην γκουβερνάντα της «πετάχτηκε από το κρεβάτι για να δει τι είχα γίνει». Λίγες μέρες αργότερα, η γυναικεία οπτασία επανεμφανίζεται στη σκάλα του σπιτιού και η μικρή Φλώρα σηκώνεται από το κρεβάτι της για να διαπιστώσει τι έχει συμβεί. Αντιλήφθηκα την παρουσία μιας γυναίκας που καθόταν στα πρώτα σκαλοπάτια, με την πλάτη της γυρισμένη σ’ εμένα, το κορμί μισοσκυφτό, και το κεφάλι της μες στα χέρια, σε μια στάση σαν να θρηνούσε (101). Την ίδια στιγμή, η γκουβερνάντα αντικρίζει μια φιγούρα στον κήπο και διαπιστώνει ότι είναι ο Μάιλς, ο οποίος διατείνεται ότι θα ήθελε η κυρία του να τον νομίζει για κακό παιδί. Η κυρία Γκρόουζ προτρέπει τη νεαρή κοπέλα να γράψει στο αφεντικό για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει στο σπίτι σχετικά με το ζήτημα της διαγωγής του Μάιλς αλλά και τον φόβο της, μήπως οι φασματικές παρουσίες καταστρέψουν τα παιδιά. Η κοπέλα, όντας ερωτευμένη μαζί του, αν και διστάζει, παίρνει την απόφαση να του γράψει. Κανείς δεν ήξερε – πόσο περήφανη ένιωθα να τον υπηρετώ και να τηρώ τη συμφωνία μας (117) // Δεν έγραφε ποτέ στα παιδιά- αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί εγωιστικό, αλλά ήταν ένα κολακευτικό τεκμήριο της εμπιστοσύνης που μου είχε (125). Σταδιακά, τα φαντάσματα γίνονται για την γκουβερνάντα εμμονή, ώστε να κλειδώνεται στο δωμάτιό της και να πιστεύει ότι μιλάει μαζί τους και τους πολεμά με σκοπό να προστατέψει τα ανήλικα παιδιά. Στην εκκλησία το αγόρι της ζητά να αποκτήσει μια περισσότερο φυσιολογική και ελεύθερη ζωή. Η ίδια, ως αντίδραση στην επιθυμία του παιδιού, αποφασίζει να μη μπει στην εκκλησία και επιστρέφει μόνη στο σπίτι. Τότε, ήταν που εμφανίστηκε για άλλη μια φορά η γυναικεία οπτασία, καθισμένη αυτή τη φορά στο τραπέζι του σπιτιού. Καθισμένο στο τραπέζι μου, μέρα- μεσημέρι, είδα ένα πρόσωπο […] η τιποτένια η προκάτοχή μου (138). Η κοπέλα αρχίζει να παραλογίζεται, καθώς ξεσπά σε κραυγές, στην προσπάθειά της να διώξει τη γυναίκα. Μια μέρα, καθώς ο Μάιλς παίζει στην γκουβερνάντα του πιάνο, η Φλώρα πηγαίνει στη λίμνη χωρίς να ενημερώσει την κυρία της. Διαπιστώνοντας την απουσία του κοριτσιού, η παιδαγωγός μαζί με την κυρία Γκρόουζ θα την αναζητήσουν στο σημείο εκείνο της λίμνης, όπου είχε εμφανιστεί παλαιότερα η οπτασία της μις Τζέσελ. Η κοπέλα φαντασιώνεται πως το κορίτσι πήρε τη βάρκα για να τη συναντήσει, ώσπου ξεπηδά από ένα θάμνο και αρνείται τα πάντα. Ωστόσο, η γκουβερνάντα είναι βέβαιη πως την είδε: η μις Τζέσελ στεκόταν μπροστά μας, στην αντικρινή όχθη, ακριβώς όπως την άλλη φορά. [..] Ήταν εκεί για την Φλώρα (164). Όσο η παιδαγωγός επιμένει ότι είδε τη Μις Τζέσελ, η Φλώρα την αποστρέφεται και αρχίζει να την θεωρεί δαιμονική. Ζητά από την κυρία Γκρόουζ να μην την ξαναδεί ποτέ. Ποτέ μου δεν έχω δει. Είστε άπονη. Δεν σας θέλω! (167) // Δε θέλει να σας ξαναδεί στα μάτια της (175).  Η κυρία Γκρόουζ, ενώ αρχικά φαίνεται σύμφωνα με την αφήγηση, συμμέτοχη των φασματικών εντυπώσεων, σταδιακά απομακρύνεται από αυτήν εκφράζοντας τις αμφιβολίες της, σε πρώτο στάδιο έμμεσα και σε δεύτερο στάδιο άμεσα. Έτσι, από τη συνενοχή μεταβαίνει στην αποστασιοποίηση. Σ’ αυτή την κατεύθυνση, θα απομακρύνει τα πράγματα του κοριτσιού από το δωμάτιο που μοιράζονταν με την παιδαγωγό. Της ζητά έμμεσα να φύγει, ωστόσο η παιδαγωγός τις διώχνει, ισχυριζόμενη ότι οφείλει να προστατέψει την τιμιότητα του Μάιλς. Έτσι, η κυρία Γκρόουζ μαζί με την Φλώρα, αναχωρούν για το σπίτι του θείου στο Λονδίνο. Η κοπέλα μένει στο σπίτι μαζί με τον Μάιλς. Σε αντάλλαγμα της ελευθερίας που τόσο πολύ επιζητά το αγόρι, θα του αποσπάσει τα πιο μεγάλα μυστικά. Συζητούν για το χαμένο γράμμα που ποτέ δεν ταχυδρομήθηκε στο θείο και ο μικρός παραδέχεται πως το έκλεψε για να το διαβάσει από περιέργεια, αφού ήθελε να μάθει τι θα μπορούσε να έγγραφε για τον ίδιο και στη συνέχεια το έκαψε. Οι δυο τους φαντασιώνονται ότι δεν είναι μόνοι, άλλα γύρω τους βρίσκονται τα δύο φαντάσματα του παρελθόντος. Το ζήτημα της διαγωγής του έρχεται ξανά στο προσκήνιο και αποκαλύπτεται το αίνιγμα της αποπομπής του: η προκλητική ομοφυλοφιλική του συμπεριφορά. Μα…έλεγα…κακά λόγια. Μονάχα σε…-[..] δε θυμάμαι τα ονόματά τους. – Ήσαν, λοιπόν, τόσοι πολλοί; - Όχι, μονάχα μερικοί. Αυτοί που μου άρεσαν  (199). Η αντρική φασματική μορφή  του Πήτερ Κουίντ επανέρχεται αυτή τη φορά στο παράθυρο, και η παιδαγωγός προσπαθεί να προστατέψει τον Μάιλς, ώστε να μην την δει, όταν αφού τον βεβαιώνει πως έχει εξαφανιστεί διαπιστώνει ότι έχει πεθάνει στην αγκαλιά της. [..] έμπηξε μια στριγγλιά σαν να γκρεμιζόταν σε άβυσσο, κι έτσι που τον άδραξα, ήταν σαν να τον έπιασα την ώρα που έπεφτε. Τον έπιασα, ναι, τον κρατούσα: [..] μα ύστερα από ένα λεπτό άρχισα να νιώθω τι ήταν πραγματικά αυτό που κρατούσα. Ήμασταν μονάχοι με τη γαλήνια μέρα, και η καρδούλα του, στερεμένη, είχε σταματήσει (203).



Το ελκυστικό της γραφής του συγκεκριμένου έργου βασίζεται στην ταλάντευση ανάμεσα στο πραγματικό και το υπερπραγματικό και την εξήγησή του. Πρόκειται για μια αφήγηση της υπαινικτικότητας, όπου ο συγγραφέας υπαινισσόμενος το χειρότερο εντείνει την αγωνία του αναγνώστη και τον βάζει σε αμήχανη θέση. Το ανείπωτο, εκείνο που αφήνει να εννοηθεί χωρίς να δηλώνεται ρητά, το διφορούμενο που από τη μια μας βεβαιώνει για κάτι και από την άλλη μας αναποδογυρίζει στην άγνοια δημιουργούν αγωνία και ένταση.  Όλα είναι μετέωρα, τίποτα δεν είναι ξεκάθαρο και ο αναγνώστης ταλαντεύεται πότε προς τη μια και πότε προς την άλλη κατεύθυνση, δίχως να είναι βέβαιος αν τα γεγονότα πράγματι συμβαίνουν ή αποτελούν αποκυήματα της φαντασίας της γκουβερνάντας, η οποία είναι φορέας του κύριου μέρους της αφήγησης.
Ο φόβος εντείνεται εκτός από την τεχνική της αφήγησης, από τα ίδια τα στοιχεία της πλοκής:
-η εισαγωγή του κειμένου και η ύπαρξη ενός χειρόγραφου,
-το μεγαλεπήβολο κτίριο όπου μένουν τα ορφανά,
-η παρουσία υπηρετικού προσωπικού
-η ύπαρξη ενός πλούσιου θείου με τον οποίο η παιδαγωγός είναι ερωτευμένη και θέλει να φανεί αντάξια των προσδοκιών του,
-η εναλλαγή του φωτός πάνω στα αντικείμενα,
-το μεταφυσικό στο χώρο εργασίας της παιδαγωγού,
-ο χαρακτήρας της παιδαγωγού: είναι ενθουσιώδης, ισχυρογνώμων, αισθάνεται ανώτερη όλων, συχνά υποτιμά την ηλικιωμένη γκουβερνάντα που δεν γνωρίζει ανάγνωση και γραφή,
-ο παραλογισμός της παιδαγωγού που κορυφώνεται όταν αποκαλεί το κορίτσι ¨γριά γυναίκα¨ (166) καθώς και όταν φαντασιώνεται την ύπαρξη ερωτικού δεσμού ανάμεσα στην ίδια και το αγόρι (187)
-το ζήτημα της διαγωγής του αγοριού που διατρέχει όλο το έργο (και αφηγηματική τεχνική)




#Το «Στρίψιμο της βίδας» αξίζει να διαβαστεί από τον καθένα. Προσωπικά διάλεξα λάθος χρόνο, μιας και νομίζω πως η ιδανική εποχή για να το διαβάσει κανείς είναι ο χειμώνας δίπλα στο τζάκι, όπως ακριβώς μας τοποθετεί το ίδιο το κείμενο: Η ιστορία που ακούσαμε, μας είχε κρατήσει γύρω στο αναμμένο τζάκι με αρκετά κομμένη την ανάσα,[…] (9).



Τζέιμς Χένρι, Το στρίψιμο της βίδας, μτφ. Κοσμάς Πολίτης, εκδ. Άγρα, σελ. 227.


 




 

Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2013

Ετών 9, Κατερίνα Γώγου



Όταν ξυπνήσεις το πρωί
και δεν θα βρεις στο πάτωμα
χαπάκια πουλόβερ και σουτιέν
και χτυπήσεις με δύναμη την πόρτα
χωρίς ν’ ακούσεις πίσω σου το υστερικό μου «σκασμός»
μη βάλεις τα κλάματα και πας για να με βρεις
στην παιδική φωτογραφία μου που σε κοιτάει. Ποτέ δεν
       έβλεπα.
Ούτε στα ηλίθια γραπτά μου. Σου ‘χω πει ψέματα. Πάντοτε
σούλεγα
πως είναι όμορφοι οι άνθρωποι τα χρώματα κι η μουσική.
Μέτρησε μόνο τα μεροκάματα που έκανα
μ’ αυτό θα μάθεις πως έζησα.
Μέτρησε έπειτα το νοίκι μας
ποτέ δεν φτάνανε να το πληρώσω.
Και πόσο φως έκαψα
ψάχνοντας να βρω τρόπο.
Τράβα μετά και γύρεψε απ’ τον πατέρα σου
για τελευταία φορά χρήματα
και δώσε τα χρέη μου.
Ύστερα πλύνε τα μούτρα σου
και μην αφήσεις κανέναν να σου πει
τι απόγινε με τη μάνα σου.
Μόνο κάτω απ’ αυτές
τις ηλίθιες αποδείξεις
φτιάξε έναν ήλιο απ’ αυτούς που μόνο εσύ έχεις στο
       νου σου
και κάτω απ’ αυτόν
γράψε με τ’ αστεία παιδικά σου γράμματα
ΞΟΦΛΗΣΕ! ΞΟΦΛΗΣΕ! ΞΟΦΛΗΣΕ! ΞΟΦΛΗΣΕ!


Από την ποιητική συλλογή Τρία Κλικ Αριστερά, 1978.


 

Σάββατο, 13 Ιουλίου 2013

Η κάθοδος των εννιά, Θανάσης Βαλτινός




«Σε λίγο ήπιαμε από μια γουλιά και ξαναβάλαμε στο παγούρι. Φύσαγε λίβας. Ερχότανε καυτός απ’ τη μεριά του και η γη μπροστά μας ασφυκτιούσε. Σα να ‘λιωναν οι αδένες της. Πέσαμε δίπλα δίπλα στη ρίζα του βράχου και περιμέναμε να γεμίσει το παγούρι. Ξέραμε πως θα πεθάνουμε μέσα σε τούτο το καλοκαίρι» (61).


Η Κάθοδος των εννιά γράφτηκε το 1959 και δημοσιεύτηκε το 1963 στο περιοδικό «Εποχές». Σε μορφή βιβλίου θα κυκλοφορήσει το 1978. 

Πρόκειται για μια πλασματική μαρτυρία ενός στρατιώτη του Δημοκρατικού στρατού ( στρατός της αριστερής παράταξης που ηττήθηκε το 1949 από τον κυβερνητικό στρατο στη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου) που ακολουθεί άλλους οχτώ συντρόφους στην πορεία τους στην Πελοπόννησο για αναζήτηση της σωτηρίας  στη θάλασσα.  

Υπάρχει μια σύνδεση του έργου με την «Κάθοδο των μυρίων» του Ξενοφώντα. Πρόκειται για την ειρωνική αντιστροφή του έργου του ιστορικού, αφού οι εννιά σύντροφοι δεν τα καταφέρνουν και από αυτούς μόνο ένας θα επιζήσει και θα καταγράψει το βίωμά του, θα μιλήσει για την ήττα και την οπισθοχώρηση.  

Το τέλος του εμφυλίου πολέμου ήταν σπαρακτικό και αποτυπώθηκε σε όλους τους τομείς. Στη λογοτεχνία, είναι εμφανής η πόλωση που δημιουργείται με τη διάκριση ανάμεσα σε «αριστερούς» και «δεξιούς» λογοτέχνες. Σε μια εποχή πολιτικών αναβρασμών και ανακατατάξεων, η μαρτυρία στη λογοτεχνική και ημιλογοτεχνική της μορφή εξυπηρετεί τους συγγραφείς που επιθυμούν να μιλήσουν για το προσωπικό τους βίωμα. Κι αυτό πραγματώνεται άλλοτε άμεσα και άλλοτε έμμεσα, αυθεντικά ή πλασματικά. Σ’ αυτή τη «φόρμα» υπάρχει η σύμβαση της φιλαληθείας, επομένως είναι το κατάλληλο μέσο για να πείσει ο Βαλτινός για την αξιοπιστία του και να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση της αυθεντικότητας.

Σε όλο το κείμενο παρατηρούμε τη στροφή στο εγώ, μακριά από το οικουμενικό όραμα του ανθρωπισμού της προηγούμενης λογοτεχνικής παραγωγής. Το έργο χτίζεται πάνω σε έννοιες όπως η πείνα, δίψα, ο ήλιος, η ξηρότητα του τοπίου, ο θάνατος, η προδοσία, το ένστικτο της επιβίωσης. Μέσα από την ευθύγραμμη αφήγηση του αυτόπτη μάρτυρα, παρακολουθούμε την επίδραση της ιστορίας μέσα από τη μοίρα και τη ζωή των εννιά ανθρώπων, τη βία και τον παραλογισμό του πολέμου που οδηγεί σε απάνθρωπες συμπεριφορές. Η γλώσσα είναι λιτή, κυριαρχεί το ρήμα. Απουσιάζουν τα καλολογικά στοιχεία. Οι προτάσεις είναι σύντομες και χρησιμοποιείται ιδιαίτερα ο διάλογος, κάτι που προσδίδει στο κείμενο μεγαλύτερη αμεσότητα και δραματικότητα.




Η αφήγηση ξεκινά τοποθετώντας μας στον πυρήνα του χρόνου και του τόπου. Εννιά σύντροφοι, στην καρδιά της Πελοποννήσου από τον Ιανουάριο του 1948 αναζητούν θάλασσα. Παρακολουθούμε την πορεία τους προς αυτήν, ενώ σταδιακά αποδεκατίζονται. Όλα φαίνονται εχθρικά και απειλητικά, ο θάνατος μοιάζει με τη μόνη βεβαιότητα. Μέχρι τον Μάρτιο του 1949 οι σύντροφοι θα παραμείνουν στον Ταΰγετο, ώσπου να επουλωθεί το τραύμα ενός, του Λιαρού. Ο Ζαχαριάς δίνει εντολή διασκορπισμού των συντρόφων οι οποίοι κινούνται προς τη Σπάρτη για δύο μήνες. Εκεί, θα πληροφορηθούν πως ο Ζαχαριάς παραδόθηκε. Στην Αράχοβα, σε μια ρεματιά βυζαίνουν πρόβατα και ο Κωνστανταράς στήνει ενέδρες για να παγιδεύσει λαγούς, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει πυρκαγιά. Οι σύντροφοι με γρήγορες κινήσεις απομακρύνονται από την περιοχή, για να μη συλληφθούν. Το πόδι του Κωνστανταρά πρήζεται και βλέποντας έναν χωρικό, τον πλησιάζει για να ανταλλάξει την αρβύλα του με τη δική του. Ο χωρικός τον περιλούζει μ’ έναν κουβά νερό και ο αντάρτης τον σκοτώνει. Στη συνέχεια, ο 18χρονος αφηγητής μαζί με τον 30χρονο Νικήτα περικυκλώνουν έναν αγωγιάτη με το μουλάρι του και εξοργίζονται που δεν έχει να τους δώσει ένα τσιγάρο. Από αυτόν μαθαίνουν πως η θάλασσα που αντικρύζουν ονομάζεται Άστρος. Στο μεταξύ, καταδιώκονται από στρατό και πολίτες και προσπαθούν διαρκώς να γλιτώσουν. Βρίσκουν ένα φορτηγό, τραυματίζουν τον οδηγό του και ένας από αυτούς, ο Νικήτας, αποπειράται και οδηγάει το όχημα, ενώ ζητά από τον αφηγητή να κάτσει δίπλα του. Έπειτα, ξενυχτάνε σε κάμπους, τρώνε στάχυα όμως εξακολουθούν να διψάνε. Ο αφηγητής μαζί με τον Κουτσό πηγαίνουν να αναζητήσουν νερό. Ο Κουτσός βλέποντας από μακριά γυναικόπαιδα να τρώνε και να πίνουν νερό, ρίχνει τουφεκιές. Επιστρέφουν στους συντρόφους που έχουν ήδη ξεδιψάσει και πίνουν νερό. Ωστόσο, στρατιωτικές δυνάμεις τους στήνουν ενέδρα σε μια βρυσούλα και ο Νικήτας αποφασίζει να αναχωρήσει για τη θάλασσα. Τον ακολουθεί ο Μπρατίτσας. Ο Γυαλής συνοδεύει τον Κωνστανταράκο και ο αφηγητής, όπως και προηγουμένως, τον Κουτσό. Οι δυο τους βλέπουν έναν άντρα έξω από ένα σπίτι και τον πλησιάζουν. Εκείνος τους φιλεύει, τους δίνει να πιουν νερό, τους συμβουλεύει να προστατευτούν και φεύγοντας τους επιτίθεται μαζί με τα δίδυμα παιδιά του, συνομήλικα του αφηγητή, με χειροβομβίδες και τουφεκιές. Ο Κουτσός τραυματίζεται και ζητά από τον αφηγητή-Νάσιο να τον κουβαλήσει στις πλάτες του. Μην αντέχοντας άλλο το βάρος του λιπόθυμου σώματος, ο αφηγητής τον πυροβολεί και συνεχίζει την πορεία του, όταν ξαφνικά συναντά τους υπόλοιπους συντρόφους. Ψήνουν έναν σκαντζόχοιρο, τρώνε καβούρια, ένα φίδι τσιμπάει το Νάσιο, τρυπώνουν σ’ έναν μύλο και τρώνε. Ωστόσο, το πρόβλημα της δίψας παραμένει. Τους στήνουν ενέδρα στη θάλασσα και ο αφηγητής στην προσπάθειά του να γλιτώσει, αφήνει τα παπούτσια του. Η πορεία συνεχίζεται, οι ήρωες είναι περικυκλωμένοι από πολίτες και στρατιώτες, ενώ πυροβολισμοί ακούγονται στον αέρα. Ο Νάσιος μαζί με το Νικήτα συναντούν τον Κωστή και κοιμούνται σε μια τρύπα γεμάτη νυχτερίδες. Την επόμενη μέρα, πηγαίνουν σ’ ένα μοναστήρι αλλά κανείς δεν τους ανοίγει παρ’ όλο που είναι μέσα. Βρίσκουν ένα αυλάκι και ο Μπρατίστας πλησιάζει να πιει νερό, όταν ξαφνικά τον τουφεκίζουν, σκοτώνοντάς τον ακαριαία. Ο Νικήτας παροτρύνει τον αφηγητή να φύγει και αυτοκτονεί. Ο Νάσιος, μόνος, αισθάνεται απελπισμένος και είναι έτοιμος να παραδοθεί. Συναντά μια βρυσούλα. Πλάι της κάθεται μια κοπέλα, η οποία αφού τον ενημερώσει για το μέρος στο οποίο βρίσκεται, φεύγει. Ύστερα από λίγο, καταφθάνει ο στρατός και συλλαμβάνει τον αφηγητή.


#Αν διαπιστώσετε πως υπάρχουν σημεία που το κείμενό μου παρουσιάζει αδυναμίες και ασάφειες παρακαλώ να αφήσετε το σχόλιό σας (δημοσιεύεται απευθείας, δεν χρειάζεται έγκριση) και να με διορθώσετε.  



Βαλτινός Θανάσης, Η κάθοδος των εννιά, εκδ. Έστία, σελ. 73.
 


 

Τρίτη, 9 Ιουλίου 2013

Σχετικά με τον Ροδερέρ, Γκιγέρμο Μαρτίνες




«Υπάρχει στην πραγματικότητα μόνο ένα αμάρτημα χωρίς επιστροφή απέναντι στο Θεό: η προσπάθεια να τον υποκαταστήσεις»». «Η δολοφονία, όπως στον Ντοστογιέφσκι» είπα εγώ. «Ή η γνώση» [..], η πραγματική γνώση, ο λόγος, που προστατεύουν μαζί ο Διάβολος κι ο Θεός» (71).

Η γνωριμία μου με τον Γκιγέρμο Μαρτίνες έγινε κάπως αντίστροφα: ξεκίνησε από το τελευταίο του έργο, τον Αργό θάνατο της Λουσιάνα Μπ (2007), όπου μου είχε αφήσει τις καλύτερες εντυπώσεις.

Η νουβέλα Σχετικά με τον Ροδερέρ (1992) είναι το πρωτόλειο έργο του συγγραφέα και εξυμνήθηκε ομόφωνα από την κριτική στη χώρα του, την Αργεντινή. Σύντομα κυκλοφόρησε στην Ισπανία και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες. Εδώ, βρίσκουμε ψήγματα της γραφής του, τα σημάδια εκείνα που αργότερα ο συγγραφέας θα στρογγυλέψει και θα τελειοποιήσει. Το 2004, με την Ακολουθία της Οξφόρδης ο Γκιγέρμο Μαρτίνες θα αποσπάσει το ισπανικό βραβείο Planeta και θα καθιερωθεί ανάμεσα στους σύγχρονους μεγάλους Αργεντινούς συγγραφείς.

Θέμα του έργου είναι η αναζήτηση της αλήθειας μέσα από τη γνώση, η φύση της ευφυΐας, τα χαρακτηριστικά και το τίμημά της.

Δύο συνομήλικοι, ο 17χρονος αφηγητής και ο νεοφερμένος Ροδερέρ, γνωρίζονται τυχαία σε μια κακόφημη λέσχη του χωριού Πουέντε Βίχο και παίζουν σκάκι. Ο αφηγητής χάνει την παρτίδα, ωστόσο αυτό που κερδίζει είναι η γνωριμία του με το νεαρό. Ο τελευταίος, ενώ κερδίζει, δε φαίνεται να είναι ευχαριστημένος από τη νίκη του. Αντίθετα, είναι εκνευρισμένος και φαίνεται προβληματισμένος για κάτι που δεν μπορεί να επιλύσει. Ο Ροδερέρ -παρόλο που δεν το επιθυμεί- αποφασίζει να πάει στο ίδιο σχολείο με τον αφηγητή, το Μαριάνο Μορένο. Οι δυο τους ξεχωρίζουν στην τάξη τους για την εξυπνάδα τους, ωστόσο, όπως εύστοχα επισημαίνει ο καθηγητής Ράγο στη διάρκεια μιας παράδοσης, υπάρχουν δύο μορφές ευφυΐας: η πρώτη είναι η αφομοιωτική ευφυΐα, η ευφυΐα που δρα σα σφουγγάρι και απορροφά αμέσως ό,τι της προσφέρεται […] διακρίνεται μόνο ποσοτικά [..] είναι απλώς η κοινή ευφυΐα τονισμένη (43). Η δεύτερη, πιο σπάνια, βρίσκει παράξενα και πολλές φορές εχθρικά τα πιο κοινά δεσμά της λογικής, τα πιο τετριμμένα επιχειρήματα, το γνωστό και αποδεδειγμένο. Τίποτα γι’ αυτήν δεν είναι ¨φυσικό¨, τίποτα δεν αφομοιώνει χωρίς να νιώσει ταυτόχρονα κάποια απόρριψη […]. Την απειλούν κι αυτή δύο κίνδυνοι: η τρέλα και η αυτοκτονία (44). Στον πρώτο τύπο ευφυΐας εντάσσεται ο αριστούχος αφηγητής μας, ενώ στο δεύτερο ο μυστηριώδης Ροδερέρ.  Στο σχολείο, όλοι αντιλαμβάνονται πως ο νεοφερμένος έχει μια ιδιαίτερη προσωπικότητα, διαφορετική, σκοτεινή, θελκτική. Μοιάζει με ρομαντικό ήρωα του περιθωρίου και εξάπτει το ενδιαφέρον και την προσοχή όλων. Τα κορίτσια τον θαυμάζουν, ένα από αυτά, η Ντανιέλα, θα υποβάλλει τον εαυτό του σε εξαντλητική δίαιτα προκειμένου να του αρέσει και πεθαίνει από νευρική ανορεξία. Η όμορφη αδερφή του αφηγητή, Κριστίνα, θα τον ερωτευτεί από την πρώτη στιγμή. Εντούτοις, ο ίδιος ο Ροδερέρ, μοιάζει να στέκεται απόμακρος από όλους. Βουτηγμένος μέσα στα φιλοσοφικά αναγνώσματα που κουβαλά καθημερινά μαζί του στο σχολείο, διερευνά ένα αίνιγμα, αναζητά μια λύση ανείπωτη και προσπαθεί να εφησυχάσει μακριά από κοινωνικές συναναστροφές. Ο αφηγητής, αντιλαμβανόμενος τη διαφορετικότητα του συμμαθητή του, θα προσπαθήσει να τον πλησιάσει και θα γίνουν φίλοι. Ο Ροδερέρ αποτελεί το άπιαστο, ένα πρότυπο για τον ίδιο που θα συντελέσει  καθοριστικά στην προσωπική του εξέλιξη. Με παρότρυνσή του, κι ενώ ο ίδιος εγκαταλείπει το σχολείο, ο αφηγητής θα σπουδάσει στο Μπουένος Άιρες μαθηματικά. Στο διάστημα αυτό, η αδερφή του, παρόλο που είναι ερωτευμένη με την ιδιοφυΐα του Ροδερέρ, ετοιμάζεται να παντρευτεί υπό την προτροπή της μητέρας της ένα συμμαθητή του αφηγητή, τον Ανίμπαλ Κουφρέ. Παράλληλα, ποτέ δε σταματά να ενδιαφέρεται για τον Ρ. , καθώς ακόμα κι όταν χάνει τη μητέρα του και μένει μόνος αναλμβάνει να τον φροντίσει. Λίγο πριν ξεκινήσει το διδακτορικό του στην Οξφόρδη, ο αφηγητής επισκέπτεται τους γονείς του. Εκείνοι, δυσαρεστημένοι από την απόφασή του να συνεχίσει τις σπουδές του, τον αντιμετωπίζουν σαν ένα ξένο. Πηγαίνει στη Λέσχη Όλυμπος και συναντά τον Ροδερέρ. Εκείνος, στηριγμένος σ’ ένα μπαστούνι, και αδύναμος να στηριχτεί στα πόδια του, εκμυστηρεύεται στον αφηγητή ότι έλυσε το γρίφο και αναμένει τον αφηγητή να του το εμπιστευτεί και να το καταγράψει. Ωστόσο, χτυπημένος από μια επάρατη νόσο, πεθαίνει και παίρνει μαζί του τη λύση του αινίγματος.

Ο συγγραφέας στήνει πολύ ωραία τη δομή της αφήγησής του, προκαλεί την αγωνία του αναγνώστη, καθώς πέρα από το ζήτημα της ευφυΐας και των χαρακτηριστικών της, των βιβλίων φιλοσοφίας και την αναζήτηση της αλήθειας, καταπιάνεται με σύγχρονα κοινωνικά φαινόμενα όπως τα ναρκωτικά, η νευρική ανορεξία και η περιφρόνηση των σπουδών από τις κατώτερες κοινωνικές τάξεις.


Μαρτίνες Γκιγέρμο, Σχετικά με τον Ροδερέρ, μτφ. Τιτίνα Σπερελάκη, εκδ. Πατάκη, σελ.137. 



Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2013

Καλός καιρός / Μετακίνηση, Μαρία Μήτσορα

                        Στο εξώφυλλο το έργο του Γκόγια «Αχυρένια κούκλα», (1791-1792).


Ι.
Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές
Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κληδούχος
Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός
Οδυσσέας Ελύτης, Το μονόγραμμα (απ.)
***
Να κοιμάσαι
Με τον ήλιο στο ένα μάτι και το φεγγάρι στο άλλο
μ’ έναν έρωτα στο στόμα κι ένα ωραίο πουλί μες’ στα μαλλιά
στολισμένη σαν τους κάμπους, σαν τα δάση, σαν τη θάλασσα
στολισμένη και πεντάμορφη σαν το γύρο του κόσμου.
Να φεύγεις και να χάνεσαι
μες’ απ’ τους κλώνους των καπνών και τους καρπούς του ανέμου
πόδια πέτρινα με κάλτσες άμμου
γερά πιασμένη από του ποταμού τους μυώνες
και μιαν έγνοια, τη στερνή, στη καινούργια σου όψη επάνω.
Paul Eluard, Να κοιμάσαι
***
 
«Μου λείπουν και τα μικρά πράγματα, ο τρόπος που λες «ναι» τόσο ήσυχα. Το θηρίο μέσα μου κλαίει πικρά. Έχει αρχίσει να κλαίει με πόνο ανθρώπινο. Πάντα πρόκειται να φύγεις. Ίσως γι΄αυτό να με τρομάζει που στην αγκαλιά σου εξατμίζομαι και αυτό που εισπνέω είσαι εσύ, συν το λίγο που έχει μείνει από μένα»(97).
 
Τις καλύτερες εντυπώσεις μου άφησε η Μαρία Μήτσορα και η νουβέλα της Καλός καιρός/ Μετακίνηση. Πρόκειται για έναν ύμνο στον έρωτα, μια γιορτή για την ίδια τη ζωή, κάτι που απεικονίζεται στο εξώφυλλο του βιβλίου με τη δυναμικότητα του παιχνιδιού των κοριτσιών. 

Η συγγραφέας γράφει για έναν έρωτα που γεννιέται μέσα στα ασφυκτικά πλαίσια της Αθήνας, μιας πόλης που βρίσκεται σε τέλμα εξαιτίας της αστικοποίησης, της βιομηχανοποίησης, της τεχνολογίας, της ταχύτητας. Διάχυτος λυρισμός, ποιητική πρόζα, μύθος, φύση, χρώματα, το εύρημα των ζαριών, η Αθήνα του χθες και η νοσταλγία της, έρωτας, ζωή αποτυπώνονται μέσα σε 141 σελίδες.

Ο Άλκης είναι ένας νεαρός επιμελητής κειμένων που πρόσφατα μετακόμισε σ’ ένα διαμέρισμα στις παρυφές του Λυκαβηττού. Στην ίδια πολυκατοικία, δύο ορόφους επάνω, μένει η Έλλη. Η Έλλη είναι μια παντρεμένη νοικοκυρά που μεγαλώνει τον εξάχρονο γιο του άντρα της. Μοιραία, οι δυο τους θα συναντηθούν σ’ ένα πανδοχείο και αναπόδραστα οι ζωές τους θα συμπλεχτούν. Παρακολουθούμε τον έρωτά τους μέσα από την ανταλλαγή ερωτικών γραμμάτων, σελίδων ημερολογίων και φανταστικών σκέψεων. Η Έλλη είναι σαν αερικό ̇ έχει τη μορφή μια ταξιδιώτισσας: μπαινοβγαίνει στη ζωή του Άλκη, ο οποίος εναγωνίως την χάνει και την βρίσκει. Θα εξαφανιστεί από τη ζωή του, μετά από ένα ταξίδι που πραγματοποιούν οι δυο τους σ’ ένα νησί του Αιγαίου. Ο πρωταγωνιστής θα βρεθεί μόνος, μέσα στο άδειο του σπίτι, να  κοιτάζει το ταβάνι και να φαντάζεται μια ξύλινη σκάλα που οδηγεί δυο ορόφους πάνω, να ονειροπολεί τις στιγμές που περάσανε μαζί και κάθε σκέψη του να επιστρέφει στον εαυτό του. Ο καιρός και η μοίρα θα συγκατατεθούν και θα υποχωρήσουν μπροστά στο μεγαλείο και τη δύναμη του μοιραίου έρωτα. Οι δυο τους θα ξαναβρεθούν ύστερα από το γράμμα που στέλνει η Έλλη και στο οποίο  εξηγεί τους λόγους της απουσίας της. Έχει βάλει μπροστά τις διαδικασίες του διαζυγίου και αναζητά καινούργια στέγη. Δίνουν ραντεβού στο νέο της σπίτι, και εκεί, σαν μια ηρωίδα παραμυθιού, ξαπλωμένη με κλειστά μάτια, τον περιμένει να της δώσει ζωή. Η νουβέλα ολοκληρώνεται με την τελευταία ζαριά: Τα λέπια (σχήμα κύκλου, τα βρίσκουμε και στην αρχή) και την εικόνα ενός παντρεμένου ζευγαριού στην πόλη να αγκαλιάζεται, τη στιγμή που στον αέρα ηχεί ο κρότος των βεγγαλικών.


Εκείνο που μου έκανε εντύπωση είναι ο τρόπος που η συγγραφέας στήνει την ιστορία της και τα μέσα που χρησιμοποιεί.

Η Μαρία Μήτσορα επινοεί το παιχνίδι των ζαριών και πάνω σ’ αυτό στήνει την αφήγησή της. Κάθε ζαριά, όπως σημειώνει η συγγραφέας, καταδεικνύει το τυχαίο. Κάθε Πράξη του έρωτα μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών αποτελεί και μια ζαριά: είναι απρόβλεπτη αλλά ταυτόχρονα αναπόδραστη, μιας και κάθε ανθρώπινη ύπαρξη και περισσότερο ο χαρακτήρας του καθενός μας συνδέεται με τη Μοίρα του. Μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών υπάρχει ένα νήμα, ένας κοινός δεσμός που αφορά την παιδική τους ηλικία: τη μεσολάβηση των ιδρυμάτων στο μεγάλωμά τους κάτι που και οι δύο το κουβαλούν σαν βιολογική σφραγίδα. Ο Άλκης γίνεται αυτόπτης μάρτυρας της αυτοκτονίας της μητέρας του, ενώ η Έλλη θα βρεθεί ως βρέφος εγκαταλελειμμένη ανάμεσα σε σκουπίδια και αργότερα θα υιοθετηθεί.

Παράλληλα, ο έρωτας εκφράζεται σε σχέση με τις μεταβολές του καιρού και του τοπίου. Όλο το κείμενο είναι ένας ύμνος στη φύση και τις ομορφιές της σε όλες τις αποχρώσεις της. Ο Άλκης γεμίζει από την Έλλη και βλέπει τον κόσμο ομορφότερο μέσα από τα μάτια της. Η παρουσία της εξευγενίζει και τη μεγαλύτερη ασχήμια, δίνει ζωή ακόμη και στο θάνατο. Φτιάχνει με τη φαντασία του έναν κόσμο για τους δυο τους, όπου εκεί η αγαπημένη του είναι η ιέρεια της θεάς Άρτεμις που εξουσιάζει τη φύση και καθετί  υποτάσσεται  στο άγγιγμά της. Οι δυο τους παρουσιάζονται σαν οντότητες προορισμένες να βιώσουν ο ένας το μεγαλείο του άλλου, δύο άνθρωποι που χρειάζονται την αλληλοσυμπλήρωση (παρήχηση ονομάτων Άλκης-Έλλη), όπως το φως και η σκιά. Ζουν έναν παράφορο έρωτα τέτοιας έντασης και αγνότητας που μοιάζει με θηρίο που δεν έχει εξημερωθεί, αδύνατο να κατανοηθεί και να γίνει αποδεκτός από τους ανθρώπους.


#Σκόπιμα απέφυγα τις συνδέσεις της συγγραφέα με τη γενιά του ’70 και γενικότερα τις απόψεις που υπάρχουν σχετικά με την λογοτεχνική της παρουσία. Θέλησα να διευρύνω τα όρια της ανάγνωσής μου και να επεκταθώ πέρα από τον προσωπικό μύθο, ν΄ αφήσω το ίδιο το έργο να με ταξιδέψει από μόνο του μέσα από τις λέξεις…
#Ντρέπομαι που το λέω, αλλά αγόρασα το βιβλίο 1,80€. Στ’ αλήθεια, δεν μπορώ να κρύψω τη θλίψη μου, όταν αγοράζω τόσο φτηνά το πόνημα, την ψυχή ενός ανθρώπου που γράφει.


Μήτσορα Μαρία, Καλός καιρός / Μετακίνηση, εκδ. Πατάκη, σελ.141.

                                              

Τρίτη, 2 Ιουλίου 2013

Η μεταμόρφωση, Φραντς Κάφκα



«Πρέπει απλώς να απαλλαγείς από την ψευδαίσθηση πως αυτό το πράγμα είναι ο Γγκρέγκορ. Τόσο καιρό αυτό πιστεύαμε, να ποια είναι τελικά η δυστυχία μας [..] Αν ήταν πραγματικά αυτός, θα είχε από καιρό καταλάβει πως οι άνθρωποι δεν είναι δυνατόν να συμβιώνουν με ένα τέτοιο θηρίο και θα είχε φύγει από μόνος του» (127). 

Η Μεταμόρφωση (1916) είναι από τα λίγα έργα του Κάφκα που εκδόθηκαν, όσο ο ίδιος βρισκόταν στη ζωή. Το κείμενο αποτελεί μια αλληγορία για τη θέση του ατόμου στην κοινωνία και την αλλοτρίωσή του στη σύγχρονη εποχή.

Η ιδέα του έργου είναι ασύλληπτη και ο τρόπος που ο Κάφκα την περνά στη γραφή του μοναδικός. Ήδη από τις πρώτες γραμμές μας εισάγει στο θέμα και μας καθιστά συμμέτοχους της αγωνίας και του ψυχολογικού αδιεξόδου στο οποίο έχει περιέλθει ο ήρωας της ιστορίας: Ξυπνώντας κάποιο πρωί ο Γκρέγκορ Σάμσα από ταραγμένο ύπνο, βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σ’ ένα τεράστιο έντομο (19) . Πρωταγωνιστής της νουβέλας είναι ο Γκρέγκορ Σάμσα, ένας νεαρός που μένει μαζί με την χρεοκοπημένη οικογένειά του και εργάζεται ως πλασιέ υφασμάτων για να την στηρίξει οικονομικά. Ξαφνικά, μια μέρα, ξυπνά και συνειδητοποιεί πως βρίσκεται μέσα σ’ ένα ξένο σώμα. Έχει μεταμορφωθεί σε ένα αηδιαστικό έντομο. Ωστόσο, η αλλαγή που του συμβαίνει είναι μόνο εξωτερικής φύσης καθώς συνεχίζει να σκέφτεται και να αισθάνεται όπως ένας κοινός άνθρωπος. Οι γονείς του αρνούνται να δεχτούν τη νέα κατάσταση, ντρέπονται γι’ αυτό που συμβαίνει και θεωρούν πως ζουν μια θεόσταλτη δυστυχία. Για τον ήρωα η αντιμετώπιση της οικογένειας είναι περισσότερο εφιαλτική από την ίδια τη μεταμόρφωσή του. Τον απομονώνουν στο δωμάτιό του από το οποίο και απομακρύνουν τα περισσότερα έπιπλα και προσωπικά του αντικείμενα, για να νιώθει πιο ελεύθερος. Ωστόσο, το δωμάτιο θα γεμίσει αργότερα με διάφορα άλλα ξένα αντικείμενα και έπιπλα, καθώς και κάδους απορριμμάτων, για εξοικονόμηση χώρου. Η οικογένεια αναγκάζεται να νοικιάσει ένα από τα δωμάτια του σπιτιού, καθώς έχει ανάγκη από χρήματα. Μετά τη μεταμόρφωση του Γκρεγκορ ο άνεργος γέρος πατέρας του βρίσκει δουλειά σε μια τράπεζα (φέρνει το πρωινό στους κατώτερους υπαλλήλους), η μητέρα του ως ράφτρα και η 16χρονη αδερφή του ως υπάλληλος. Όλοι έχουν επαναπροσδιορίσει το ρόλο τους σύμφωνα με τις νέες ανάγκες. Ο Γκρέγκορ πεθαίνει από ασιτία και τον βρίσκει η παραδουλεύτρα του σπιτιού. Όλοι ανακουφίζονται από το θάνατό του και δεν επιθυμούν να μιλάνε άλλο για το κακό που τους βρήκε. Η διήγηση ολοκληρώνεται με την εικόνα του εύρωστου και ευλύγιστου σώματος της αδερφής του, η οποία στο μεταξύ έχει ¨μεταμορφωθεί¨ από ευαίσθητο κοριτσάκι με καλλιτεχνικές κλίσεις σε ευσυνείδητη παραγωγική ύπαρξη που σταδιακά επιθυμεί τον θάνατο του αδερφού της. Το τέλος του είναι χαρακτηριστικό και συμπυκνώνει τα νοήματα του έργου, μέσα από το σχήμα του κύκλου: Και σαν να επιβεβαίωνε και η ίδια το νέο τους όνειρο και τις καλές τους προθέσεις, στο τέρμα της διαδρομής η κόρη τους σηκώθηκε πρώτα απ’ όλους από το κάθισμα και τέντωσε το δροσερό κορμί της (141).

Όσο ο άνθρωπος είναι παραγωγικός, είναι χρήσιμος μέσα στην οικογένειά του (και κατά προέκταση την κοινωνία) αφού μπορεί να προσφέρει σ’ αυτήν. Σε αντίθετη περίπτωση, απομονώνεται, περιφρονείται και αντιμετωπίζεται σα μίασμα από το οποίο όλοι θέλουν να απαλλαγούν.

Νομίζω πως ο συγγραφέας γράφοντας τη Μεταμόρφωση και φορώντας το προσωπείο του εντόμου-Σάμσα ήθελε πρωτίστως να μιλήσει για την προβληματική σχέση με τον αυταρχικό πατέρα του, ο οποίος ποτέ δεν κατάφερε να κατανοήσει τη διαφορετικότητά του, τις προσωπικές του ανάγκες και ταυτόχρονα τις αγωνίες και τις ενοχές που βίωνε από αυτήν ακριβώς την αντιμετώπιση.


Κάφκα Φραντς, Η μεταμόρφωση, μτφ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Πατάκη, σελ. 141.


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...