Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2013

Η συζυγική ζωή, Σέρχιο Πιτόλ




Ένα ευχάριστο απόγευμα πέρασα με τη νουβέλα του Σέρχιο Πιτόλ, τιμημένου με το βραβείο Θερβάντες για το σύνολο του έργου του. Η Συζυγική ζωή (1991) αποτελεί το τρίτο μέρος της τριλογίας του συγγραφέα. Τα άλλα δύο είναι Το καρναβάλι: Το γαϊτανάκι του έρωτα (1984) και η Εξημέρωση του θεϊκού φλαμίνγκο (1989).

Το έργο είναι μια σάτιρα του γάμου και της γρήγορης κοινωνικής ανόδου, όπως αναφέρεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. Αποτυπώνει την ανοησία και την στενομυαλιά των μικροαστών που επιδιώκουν τη γρήγορη κοινωνική άνοδο και τον πλουτισμό και που όταν τα αποκτήσουν πλήττουν αναζητώντας διέξοδο σε ανόητες και μικροπρεπείς καταστάσεις, γίνονται καρικατούρες της ζωής τους, ξεχνώντας την ταπεινή τους καταγωγή.

Η Μαρία Μαγδαλένα έχει αλλάξει τ’ όνομά της σε Ζακλίν, θέλοντας να ξεχάσει την ταπεινή της καταγωγή και την φτώχεια των παιδικών της χρόνων. Είναι παντρεμένη με τον ευκατάστατο και ευφυή Νικολά Λομπάτο, ο οποίος διαπρέπει στον επιχειρηματικό κόσμο. Και οι δύο ζουν μέσα στα πλούτη, ωστόσο η ευτυχία είναι κάτι που τους λείπει. Ο Νικολά αισθάνεται ανία μέσα στο γάμο τους και την απατά συστηματικά. Η Ζακλίν νιώθει ότι ο σύζυγός της είναι κατώτερος από την ίδια πνευματικά και φιλοδοξεί να γίνει μια σπουδαία λογοτέχνιδα, η οποία θα διαπρέψει στα λογοτεχνικά πράγματα αφού πρώτα απαλλαγεί από τη σκιά του. Στην έβδομη επέτειο του γάμου τους, όπου μεταξύ συγγενών και φίλων, παρευρίσκεται όλη η υψηλή κοινωνία του Μεξικού συλλαμβάνει ένα σατανικό σχέδιο: να γίνει ο ηθικός αυτουργός της δολοφονίας του συζύγου της και να κληρονομήσει τα πλούτη του. Στο μεταξύ, διατηρεί εξωσυζυγική σχέση μ’ έναν ξάδερφό της, τον Γασπάρ, ο οποίος τις αποσπά μεγάλα χρηματικά ποσά. Μαζί σχεδιάζουν να κάνουν πράξη το σχέδιο της δολοφονίας, το οποίο όμως πέφτει στο κενό. Κάτι που θα επαναληφθεί άλλες δύο φορές με τους επόμενους εραστές της Ζακλίν, έναν υποτιθέμενο εκκολαπτόμενο πολιτικό και έναν ιταλό καθηγητή που διδάσκει σε μια ιδιωτική Ακαδημία όπου φοιτεί και η ίδια με σκοπό να καλλιεργηθεί πνευματικά και να γίνει συγγραφέας. Το αποτέλεσμα είναι ο Νικολά πάντα να γλιτώνει και η Ζακλίν να καταλήγει στο νοσοκομείο: απόπειρα αυτοκτονίας ύστερα από νευρικό κλονισμό, απώλεια δύο δαχτύλων του χεριού, τραύμα στον ώμο από σφαίρα. Καθώς τα χρόνια περνούν, ο Νικολά καταστρέφεται οικονομικά, κηρύσσει πτώχευση και καταφεύγει στη Μαδρίτη για να ξεφύγει από τους πιστωτές του και όντας πικραμένος από τη δημοσιοποίηση της απιστίας της γυναίκας του. Η ίδια ζει πλέον σ’ ένα μικρό διαμέρισμα και εργάζεται σ’ ένα ¨αποκρυφιστικό¨ βιβλιοπωλείο. Τα χρόνια περνούν, η Ζακλίν μεγαλώνει, παχαίνει, ασπρίζουν τα μαλλιά της, γίνεται 60 ετών, όταν μαθαίνει ότι ο σύζυγός της με τον οποίο όλα αυτά τα χρόνια βρίσκονταν σε διάσταση και ο ένας δεν είχε νέα του άλλου έχει φτάσει στο Μεξικό, έχει ρυθμίσει τις περισσότερες οικονομικές του υποχρεώσεις και διατηρεί ένα κατάστημα σιδηρικών. Οι δύο σύζυγοι συναντιούνται και ο Νικολά της περνά μια δεύτερη βέρα, ως σύμβολο της καινούργιας ζωής μακριά από τα λάθη του παρελθόντος. Για να γιορτάσουν το ξανασμίξιμό τους, δειπνούν σ’ ένα εστιατόριο όπου η Ζακλίν ορέγεται κάποιους μεξικανούς εφήβους και ταυτόχρονα αντικρίζει με αηδία τον σύζυγό της και συνειδητοποιεί τη ματαιότητα τόσων χρόνων απραγίας. Έπρεπε να τον είχε δολοφονήσει, αφού πρώτα τον απατούσε συστηματικά. Η νουβέλα ολοκληρώνεται με την Ζακλίν καθισμένη σ’ ένα αναπηρικό καροτσάκι και τον Νικολά να την φροντίζει με πατρική τρυφερότητα, σα να επρόκειτο για ένα απείθαρχο, ιδιότροπο κοριτσάκι.

#Για να είμαι ειλικρινής αγόρασα το βιβλίο για δύο λόγους: ο πρώτος ήταν ότι αποτελεί έργο της ισπανόφωνης λογοτεχνίας (την οποία και λατρεύω) και ο δεύτερος η τιμή του. Η πολύ χαμηλή τιμή του…μόλις 2.66€. 

#Με μια γρήγορη αναζήτηση που έκανα στο διαδίκτυο, διαπίστωσα ότι για την Συζυγική ζωή έχουν γράψει αρκετά βιβλιοφιλικά ιστολόγια όπως: ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ, ΝΟ14ΜΕ, Librofilo, Aesopus, και οι απόψεις διίστανται.


Πιτόλ Σέρχιο, Η συζυγική ζωή, μτφ. Κατερίνα Τζωρίδου, εκδ. Καστανιώτη, σελ.138.


Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

Τοστ ζαμπόν, Τσαρλς Μπουκόφσκι



«Νομίζω πως οι οικογένειές μας μας είχαν προσφέρει ελάχιστη αγάπη, κι εμείς δε ζητούσαμε αγάπη ή τρυφερότητα από κανέναν» (99).


Βιωματικότητα είναι η λέξη που θα χρησιμοποιούσα για να χαρακτηρίσω το Τοστ Ζαμπόν. Εδώ ο συγγραφέας  του, Τσάρλς Μπουκόφσκι,  συμπλέκει την εμπειρία με τη γραφή τόσο, ώστε τα μεταξύ τους όρια να είναι δυσδιάκριτα. Μας δίνει μια μυθιστορηματική αυτοβιογραφία που ξεκινά από τη γέννηση του ήρωά του Χένρυ και φτάνει μέχρι και λίγο μετά την ενηλικίωσή του.

Μέσα από τη γραφή ο Μπουκόφσκι προσπαθεί να κρατηθεί και να ελευθερωθεί από τα τραύματα της παιδικής του ηλικίας. Γράφει μηδενιστικά, οργίζεται με ό,τι δεσμεύει την ανθρώπινη ελευθερία και παράλληλα αγαπά το σώμα που βασανίζεται. Το λεξιλόγιο είναι προσβλητικό και άσεμνο, ενώ ταυτόχρονα κυριαρχεί το χιούμορ.

Το μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης διαδραματίζεται στην Αμερική κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’30, μετά το οικονομικό κραχ και την εκτόξευση της ανεργίας και της φτώχειας στα ύψη.

Ο α΄ πρόσωπος αφηγητής, Χένρυ Τσινάσκι (προσωπείο του συγγραφέα του οποίου το πραγματικό όνομα είναι Χάινριχ Καρλ Μπουκόφσκι) είναι ένα μοναχοπαίδι που μεγαλώνει σε μια πατριαρχική οικογένεια: ο πατέρας του είναι ιδιαίτερα συντηρητικός, αυταρχικός και επιβάλλεται λεκτικά και σωματικά τόσο στον ίδιο όσο και στην πειθήνια μητέρα του. Τον ενδιαφέρει η κοινωνική κριτική και θέλει η οικογένειά του να συμβαδίζει με τα κοινωνικά πρότυπα της εποχής. Το οικογενειακό σχήμα. Η συντριβή της κακοδαιμονίας μέσω της οικογένειας. Και το πίστευε. Πάρε την οικογένεια, ανακάτεψέ την με λίγο Θεό και Πατρίδα, πρόσθεσε δέκα ώρες δουλειά τη μέρα, και θα ‘χεις ό,τι χρειάζεται (215). Ο Χένρυ ως παιδί υπήρξε μοναχικό, λιγομίλητο και υπεροπτικό σύμφωνα με τις επιταγές του πατέρα του. Δεν έπαιζε με τα φτωχά παιδιά της γειτονιάς, γιατί κάτι τέτοιο ήταν απαγορευτικό εξαιτίας της μεγαλομανίας των γονιών του. Στο σχολείο είναι ανεπιθύμητος για τους συμμαθητές του, οι οποίοι τον έχουν στο περιθώριο, τον περιγελούν και τον χτυπούν. Μεγαλώνοντας θα χτίσει την άμυνά του διαμορφώνοντας επιθετική συμπεριφορά και συχνά θα βρεθεί σε καβγάδες με ξυλοδαρμούς. Αισθάνεται ότι η βία είναι το μέσο για να κερδίσεις αν όχι τη συμπάθεια, το σεβασμό του άλλου. Παράλληλα, ο πατέρας του τον κακομεταχειρίζεται και τον μαστιγώνει για παραδειγματισμό: κάτι στο οποίο σταδιακά θα συνηθίσει ο Χένρυ, χωρίς να διακρίνει το σωστό από το λάθος. Ένιωσα πως κι ο ήλιος ακόμη ανήκε στον πατέρα μου, πως δεν είχα κανένα δικαίωμα πάνω του αφού έλαμπε στο σπίτι του πατέρα μου. Ήμουν σαν τα τριαντάφυλλά του, κάτι που ανήκε σ’ εκείνον κι όχι σ’ εμένα…(40)// Αυτό που υπήρχε ήταν μονάχα ο πατέρας μου και το λουρί, το λουρί κι εγώ (74)// Είχα σχηματίσει την εντύπωση πως έτσι κι αλλιώς θα μ’ έδερνε, οπότε καλύτερα να το διασκέδαζα τουλάχιστον (93). Ύστερα από παρότρυνση του γιονιού του, γράφεται σε γυμνάσιο όπου φοιτούν πλουσιόπαιδα κάτι που εντείνει το αίσθημα κατωτερότητας που νιώθει. Έμαθα πως οι πλούσιοι μυρίζουν τη βρώμα των φτωχών και μαθαίνουν να τη βρίσκουν κάπως διασκεδαστική[…]Ο πλούτος σήμαινε θρίαμβο [..] (216). Ο πατέρας του χάνει τη δουλειά του και η οικογένεια δυσκολεύεται να εξασφαλίσει τα αναγκαία για να ζήσει. Παράλληλα, μια βαριάς μορφής ακμή παρουσιάζεται στον Χένρυ και σταματά προσωρινά το γυμνάσιο (για ένα χρόνο). Ακολουθούν αλλεπάλληλες επισκέψεις στο νοσοκομείο με επώδυνες αλλά προσωρινές μόνο θεραπείες. Πρώτα απ’ όλα, και στην καλύτερη περίπτωση, η βελόνα θα μου άφηνε σημάδια για όλη μου τη ζωή. Αυτό ήταν αρκετό, μα δεν μεπολυαπασχολούσε. Εκείνο που με βασάνιζε, ήταν πως δεν ήξεραν τι έπρεπε να μου κάνουν (151)// Στο δρόμο της επιστροφής κάθισα πίσω στο λεωφορείο μεσ’ απ’ το άνοιγμα του μπανταρισμένου κεφαλιού μου. Ο κόσμος με κοίταζε, μα δεν έδινα δεκάρα πια. Στα μάτια τους υπήρχε τώρα περισσότερος φόβος παρά αηδία. Ευχήθηκα να ‘μενα έτσι για πάντα (160). Εκεί, ερωτεύεται μια νεαρή και ευγενική νοσοκόμα.  Η δεσποινίς Άκερμαν με πλησίασε, μου είπε να γυρίσω, το ξανάναψε κι έφυγε. Ήταν ο πιο ευγενικός άνθρωπος που είχα συναντήσει μέσα σε οχτώ χρόνια (151)// Ο έρωτάς μου γι’ αυτήν δεν ήταν σεξουαλικός. Το μόνο που ήθελα, ήταν να με κλείσει μέσα στα κολλαριστά λευκά της και να χαθούμε μαζί για πάντα από τον κόσμο (158). Το πρόβλημα της ακμής τον σημαδεύει. Τον κλείνει περισσότερο από ποτέ στον εαυτό του με την εικόνα του οποίου αηδιάζει, ντρέπεται και αποστρέφεται τον κόσμο. Αρχίζει να γράφει, για να λυτρωθεί από τα τραύματα της ψυχής του. Μου έκανε καλό να γράφω γι’ αυτόν. Ο καθένας, χρειάζεται κάποιον. Κι αν δεν τον βρεις γύρω σου, πρέπει να τον κατασκευάσεις, να τον κάνεις όπως πρέπει να ‘ναι ένας άντρας. Αυτό δεν είναι ούτε παραμύθι ούτε απάτη. Ο άλλος τρόπος είναι παραμύθι και απάτη: να ζεις δηλαδή μια ζωή δίχως έναν τέτοιο άνθρωπο πλάι σου (164). Το διάστημα αυτό επισκέπτεται τακτικά την πλησιέστερη βιβλιοθήκη και έρχεται σε επαφή με τη λογοτεχνία. Διαβάζει Λώρενς, Χάξλεϋ, Ντος Πάσος, Άντερσον, Ντράιζερ, Χέμινγουη, Τουργκένιεφ, Ντοστογιέφσκυ.Ύστερα έπαιρνα το πορτατίφ, τρύπωνα κάτω απ’ την κουβέρτα, τραβούσα μέσα και το μαξιλάρι, στήριζα πάνω του το βιβλίο και διάβαζα κάτω απ’ τα σκεπάσματα. Έκανε ζέστη εκεί. Το πορτατίφ έκαιγε και είχα πρόβλημα με την αναπνοή. Σήκωνα τα σκεπάσματα για να πάρω αέρα. «Επ! Βλέπω φως! Χένρυ, έσβησες το φως;»[…] Όταν η αλήθεια κάποιου άλλου είναι ίδια με τη δική σου και μοιάζει να τη λέει μονάχα για σένα, είναι εκπληκτικό (169). Ο άνεργος πατέρας του ύστερα από επιτυχία σε εξετάσεις, βρίσκει δουλειά ως φύλακας σε Μουσείο. Η μητέρα του εργάζεται περιστασιακά ως οικιακή βοηθός. Επιστρέφει στο γυμνάσιο, κερδίζει το πρώτο μετάλλιο χειρισμού όπλου και το πετά αδιάφορα σ’ έναν υπόνομο. Αρχίζει να πίνει ύστερα από συναναστροφές με παιδιά προβληματικών οικογενειών (καταχρήσεις, αυτοκτονίες). Μετά την αποφοίτησή του και παρά την ανεργία βρίσκει δουλειά σ’ ένα πολυκατάστημα στο τμήμα παραδόσεων εμπορευμάτων και ένδυσης. Την χάνει εξαιτίας της συμπλοκής του με παλιούς συμμαθητές του. Λίγο αργότερα φοιτεί σε πανεπιστήμιο του Λος Άντζελες, καθώς ο πατέρας του ντρεπόταν για τον άνεργο γιο του και θεωρούσε ότι τουλάχιστον μέσα από τις σπουδές θα κέρδιζε το σεβασμό των άλλων. Θ’ ακολουθήσει την κατεύθυνση της δημοσιογραφίας μιας και του αρέσει να γράφει κείμενα. Εκεί, γνωρίζεται με τον συμφοιτητή του Ρόμπερτ Μπέκερ που φιλοδοξεί να γίνει συγγραφέας. Ο Μπέκερ τον γνωρίζει στους φίλους του-ανθρώπους του περιθωρίου- και τους νικά σε αγώνα αντοχής αλκοόλ κερδίζοντας τα χρήματά τους. Στη σχολή τον θεωρούν Ναζιστή και υποβλέπουν τις κινήσεις του, εξαιτίας της γερμανικής του καταγωγής. Ο πατέρας του ανακαλύπτει τα γραπτά του και τον διώχνει από το σπίτι πετώντας στο δρόμο τα ρούχα του, τη γραφομηχανή του και σκορπίζοντας τα κείμενά του. Με τα λιγοστά χρήματα που του δίνει η μητέρα του νοικιάζει ένα δωμάτιο σε μια παρακμιακή πανσιόν, όπου έρχεται σ’ επαφή με ανθρώπους του περιθωρίου, μεθοκοπά συστηματικά και δημιουργεί φασαρίες. Κερδίζει χρήματα μέσα από τα χαρτιά και αγώνες αντοχής αλκοόλ. Το σκάει από το δωμάτιο που διατηρεί αφήνοντας πίσω του υλικές ζημιές και χτυπώντας έναν άνθρωπο. Στη συνέχεια, βρίσκει ένα φτηνό δωμάτιο και εκεί βυθίζεται στο αλκοόλ. Παρατά τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο. Ξανασυναντά τον Μπέκερ όπου πίνουν σ’ ένα μπαρ, όταν ακούν την είδηση της επιστράτευσης για τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Χένρυ τον συνοδεύει ύστερα από παράκλησή του, καθώς ήταν ορφανός. Τέλος, μετρώντας τα λιγοστά χρήματα που του έχουν απομείνει, πηγαίνει σ’ ένα μαγαζί με ηλεκτρονικά παιχνίδια. Παίζει μαζί μ’ ένα μικρό Μεξικανό και την πρώτη φορά τον αφήνει να κερδίσει. Τη δεύτερη φορά, κι ενώ θέλει να κερδίσει, νικιέται.

Ο Χένρυ, ένας άλλος Ξένος για την εποχή του (δεν κατανοεί τους θεσμούς, την κοινωνία, τη ματαιότητα των πολέμων), είναι ένας ήρωας πραγματικά αληθινός, σκληρός και ευαίσθητος μαζί.

Θέλει να προστατεύσει ένα μικρό γατί από την επίθεση ενός μπουλντόγκ που στήνουν παιδιά της γειτονιάς, για να γελάσουν μικροί και μεγάλοι και λίγο αργότερα τον βλέπουμε να ταΐζει ένα μικρό γατάκι που το βρίσκει αδύνατο. Στις μικρές αυτές αδύναμες υπάρξεις, αναγνωρίζει ένα κομμάτι του εαυτό του. Παράλληλα, αποφεύγει την πρόταση της μητέρας του φίλου του, Κλαίρης, για να συνευρεθούν (αν και το επιθυμεί), ενώ προς το τέλος του μυθιστορήματος αποστασιοποιείται από την καθηγήτρια των Αγγλικών που του υπόσχεται να του δώσει τα πάντα σε περίπτωση που δεν εγκαταλείψει τις σπουδές του. Ακόμη, αφού σπάσει την πόρτα του διπλανού διαμερίσματος εξαιτίας της δυνατής μουσικής που ακούγεται απ’ αυτό και πιάσει επ αυτοφώρω ένα ζευγάρι να κάνει έρωτα, αποσύρεται κι ύστερα από λίγο λυπημένος για την αδιακρισία του, τους χτυπά ήρεμα την πόρτα ρωτώντας τους αν θέλει να τους κεράσει ένα ποτό. Επιπλέον, κατανοεί τη μοναχικότητα του ορφανού ναύτη φίλου του Μπέκερ και τον συνοδεύει στη βάση επιστράτευσης για τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Τέλος, αφήνει το μικρό Μεξικανάκι με τον ελαττωματικό μποξέρ να τον κερδίσει.
Τον χαρακτηρίζει η αμφιθυμία: από τη μια πλευρά επιθυμεί διακαώς τη μοναχικότητα κι από την άλλη η ίδια αυτή μοναχικότητα κρύβει τη βαθιά του ανάγκη για συντροφικότητα. Τη δίψα του να γίνει αποδεκτός, αρεστός, αγαπητός από τους άλλους.

#Το Τοστ Ζαμπόν είναι ένα έργο συγκλονιστικό που ανέλπιστα με ενθουσίασε,μ’ έκανε να γελάσω δυνατά, με συγκίνησε. Πίσω από την αθυροστομία του συγγραφέα κρύβεται μια βαθιά πληγωμένη ψυχή που προσπαθεί να ανδρωθεί και ταυτόχρονα να λυθεί απ’ τα παιδικά τραύματα. Ένα παιδί που δεν πήρε αγάπη και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν ενδιαφέρεται και να δώσει. Όλα του είναι αδιάφορα.
#Νομίζω πως ο τίτλος αδικεί το περιεχόμενο του βιβλίου και προφανώς αναφέρεται στο κολατσιό που έπαιρνε ο ήρωας μαζί του στο σχολείο.
#Δεν μπορώ να κρύψω ότι διάβαζα και ξαναδιάβαζα την αφιέρωση του βιβλίου ¨Σε όλους τους πατεράδες¨…Πόσο καθοριστικό ρόλο έπαιξε η βίαιη πατρική φιγούρα στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του… Εγώ, ως αναγνώστρια του βιβλίου,  θα το αφιερώσω σε όλους τους γονείς που φέρνουν στον κόσμο τα παιδιά του αύριο, τα πλάθουν και γράφουν ανεξίτηλα πάνω στις άγραφες, χάρτινες παιδικές τους ψυχούλες.


Μπουκόφσκι Τσαρλς, Τοστ ζαμπόν, μτφ. Μπλάνας Γιώργος, εκδ. γράμματα, σελ. 317

Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2013

Το κορίτσι με το σκουλαρίκι, Τρέισι Σεβαλιέ






«Μια υπηρέτρια είναι πάντα τζάμπα» (325)

Η συγγραφέας εμπνέεται από τον γνωστό για το αινιγματικό του ύφος πίνακα του ζωγράφου Γιοχάνες Βερμεέρ «Το κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι»  και στήνει μια όμορφη ιστορία με λεπτό ερωτισμό για το τέλος της αθωότητας, το τίμημα του ιδεαλισμού της τέχνης και την κοινωνική κριτική που επιφέρει. Mέσα από το έργο διαφαίνονται οι θρησκευτικές (καθολικοί- προτεστάντες) και οι ταξικές (πλούσιοι-φτωχοί)  διαφορές της εποχής.
Το μυθιστόρημα τοποθετείται στα μέσα του 17ου αιώνα στο Ντελφτ της Ολλανδίας, όπου έζησε ο ζωγράφος Βερμεέρ με τη σύζυγό του Καταρίνα και τα 5 παιδιά του. Ο καλλιτέχνης μένει επιπλέον μαζί με την πεθερά του, Μαρία Θίνς, μια αυταρχική και πανέξυπνη γυναίκα που επιβλέπει τα πάντα και διαχειρίζεται τα οικονομικά του σπιτιού, καθώς και την αφοσιωμένη 28χρονη υπηρέτρια Τάνεκε που την χαρακτηρίζει η κυκλοθυμία. Ανάμεσα σ’ αυτήν την καθολική οικογένεια θα βρεθεί η Χριτ ως υπηρέτρια για να εξασφαλίσει στην οικογένειά της τα αναγκαία για να ζήσει. Οι αρμοδιότητές της είναι μεταξύ άλλων να καθαρίζει το εργαστήριο του ζωγράφου χωρίς να μετακινεί τα αντικείμενα, μετρώντας προσεκτικά τις αποστάσεις των πραγμάτων, όπως έκανε όταν ήταν στο πατρικό της με τον αόμματο τεχνίτη πορσελάνης πατέρα της. Ο τελευταίος σε ένα εργατικό ατύχημα χάνει τα μάτια του και τα οικονομικά της οικογένειας δυσχεραίνουν. Μέσα στο εργαστήριο η Χριτ αισθάνεται πως έρχεται σ’ επαφή μ’ ένα άλλο, διαφορετικό κόσμο, εκείνο των χρωμάτων και της ζωγραφικής που λειτουργεί σταδιακά σαν ένα καταφύγιο. Την ώρα που καθάριζα το εργαστήριο δραπέτευα απ’ όλους αυτούς (80). Η υπηρέτρια δεν καθαρίζει διεκπεραιωτικά το ατελιέ του ζωγράφου αλλά η επαφή της με το χώρο γίνεται μυσταγωγικά, σαν το τυπικό μιας ιεροτελεστίας. Μετρούσα το καθετί σε σχέση με τα υπόλοιπα πράγματα γύρω του, καθώς και τις αποστάσεις μεταξύ τους. Τα μικρά αντικείμενα πάνω στο τραπέζι ήταν ευκολότερα από τα έπιπλα- εκεί χρησιμοποιούσα όχι μόνο τα δάχτυλα και τα χέρια, αλλά και τα πόδια, τα γόνατα, ακόμα και τους ώμους ή το πιγούνι μου, για τις καρέκλες (55)// Συνήθισα τόσο πολύ τα αντικείμενα σ’ εκείνη τη θέση, που δεν αντέχω στην ιδέα να τα κουνήσω (104). Η 16χρονη κοπέλα είναι ιδιαίτερα προσεκτική αλλά και ευφυής: αντιλαμβάνεται ότι το ενδεχόμενο να καθαρίσει τα τζάμια του χώρου θα αλλάξουν το φωτισμό και επομένως το φως στη ζωγραφική του Βερμεέρ. Αναλαμβάνει να τα καθαρίζει μόνο μετά από την ολοκλήρωση ενός έργου, που στο μεταξύ διαρκούσε αρκετούς μήνες. Κάθε Κυριακή η Χριτ έπαιρνε άδεια και επισκέπτονταν την προτεσταντική οικογένειά της. Ο πατέρας της της ζητούσε να του περιγράφει τους πίνακες που φιλοτεχνούσε κάθε φορά ο Βερμεέρ και της υπενθύμιζε τη σπουδαιότητα  των στιγμών της μέσα στο εργαστήριο του καλλιτέχνη.«Αυτό είναι το κέρδος από την καινούργια σου ζωή, Χριτ. Η στιγμή που μπαίνεις στο ατελιέ» (74). Με τον καιρό η νεαρή αισθάνεται ότι χάνει ένα κομμάτι του παλιού της εαυτού. Όντας αποκομμένη από τη παλιά της οικογένεια, αρχίζει να προσαρμόζεται στο νέο της σπίτι, να συνηθίζει τα πρόσωπα που την περιβάλλουν κι όλα να της φαίνονται ανοίκεια έξω απ’ αυτό. «Πού μένουν οι δικοί σου;» «Στην οδό Άουντε Λάνγκντεκ, στη συνοικία των Καθολικών». «Όχι, όχι, εννοώ τη δική σου οικογένεια» Κοκκίνισα με το λάθος μου (93)// Δεν ήταν εύκολες αυτές οι επισκέψεις. Ανακάλυψα ότι μετά τις Κυριακές που είχα λείψει λόγω της καραντίνας, ένιωθα το πατρικό μου σπίτι σαν ξένο. Άρχισα να ξεχνάω πού έβαζε η μητέρα μου διάφορα πράγματα, πώς ήταν τα πλακάκια γύρω απ’ το τζάκι, πώς έπεφτε ο ήλιος στα δωμάτια διάφορες ώρες της μέρας. Μετά από λίγους μόλις μήνες μπορούσα να περιγράψω το σπίτι της Άουντε Λάνγκντεκ καλύτερα από το δικό μας (112). Στις αρμοδιότητες της εκτός από την καθαριότητα είναι και τα ψώνια στην αγορά: εκεί συναντά σχεδόν καθημερινά το γιο του χασάπη απ’ όπου αγόραζαν κρέας οι Βερμεέρ, Πίτερ, που την πολιορκεί ερωτικά. Με τον καιρό γνωρίζεται με την οικογένεια της Χριτ που λόγω της δύσκολης οικονομικής της θέσης καλοβλέπει το ενδεχόμενο ενός γάμου. Παράλληλα, ο ζωγράφος διακρίνει την εξυπνάδα και την καλλιτεχνική κλίση της υπηρέτριας και σταδιακά τη μυεί στον κόσμο του. Της δίνει έναν απαγορευμένο και μυστικό ρόλο, αυτό της βοηθού του, αργότερα του μοντέλου και τέλος του κριτικού της τέχνης του. Δεν είχα ξαναδεί να φτιάχνεται από την αρχή ένας πίνακας. Πίστευα πως ζωγραφίζεις ό,τι βλέπεις, βάζοντας τα αντίστοιχα χρώματα. Όμως αυτός μου έμαθε άλλα (144). Σταδιακά καταφέρνει να την εγκλωβίσει μέσα στον ιδεαλιστικό του κόσμο και η Χριτ όντας κρυφά ερωτευμένη μαζί του, υποτάσσεται σε κάθε του θέλημα και ταπεινώνεται. Δεν ήθελα να τον φαντάζομαι σε τέτοιες στιγμές, μαζί με τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Προτιμούσα να τον σκέφτομαι μόνο του στο εργαστήριο. Ή μάλλον, μόνο του στο εργαστήριο μαζί μου (114)//Ύστερα πρόσθεσε λίγα λόγια στα λατινικά, που δεν κατάλαβα, αλλά δε μ’ ένοιαξε- μου έφτανε ν’ ακούω την ήρεμη, σιγανή φωνή του, που με ηρεμούσε (116)// Ο κύριος έστρεψε πάνω μου τα γκρίζα μάτια του. Το βλέμμα του ήταν ψυχρό. Ένιωσα να ζαλίζομαι, σαν να σηκώθηκα πολύ απότομα από κάποια καρέκλα (119)// Έκανα όπως μου είπε. Με μελετούσε. Είχε αρχίσει να ενδιαφέρεται πάλι για μένα (127)// Τις ώρες που ήταν κι εκείνος στη σοφίτα, το κρύο μ’ ενοχλούσε λιγότερο. Όσο στεκόταν δίπλα μου, ένιωθα τη ζεστασιά του δικού του κορμιού (157)//  Θυμήθηκα το χέρι του κυρίου μου πάνω στο δικό μου, τότε που μου ΄δειχνε πώς να τρίβω το ελεφαντόδοντο, κι ανατρίχιασα (170)// «Χριτ», είπε τρυφερά. Δεν ήταν ανάγκη να πει περισσότερα. Τα μάτια μου πλημμύρισαν δάκρυα που δεν μπορούσα να χύσω. Τώρα ήξερα. «Αυτό είναι. Μην κουνιέσαι». Ήξερα πως θα με ζωγράφιζε (239)// Θα έκανα οτιδήποτε μου ζητούσε (267)// Δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτ’ άλλο από τα δάχτυλά του στο λαιμό μου, τον αντίχειρά του στο στόμα μου (292). Ταυτόχρονα, οι διαδόσεις στην πόλη είναι έντονες και σχετίζονται με τη θέση της Χριτ στο σπίτι του ζωγράφου και το ύποπτο ενδιαφέρον ενός πλούσιου επιφανή συλλέκτη, του Φαν Ράιβεν, ο οποίος στο παρελθόν είχε αφήσει μια υπηρέτρια έγκυο κατά τη διάρκεια της ζωγραφικής αναπαράστασης των δύο από τον ζωγράφο Βερμεέρ. Ο Ράιβεν ζητά επίμονα να τον ζωγραφίσει ο καλλιτέχνης μαζί με την Χριτ, θέλοντας να την κάνει δική του. Παρ’ όλα αυτά η Μαρία Θινς, που κλείνει τις συμφωνίες του ζωγράφου, καταφέρνει να προστατέψει την Χριτ και υπόσχεται στο συλλέκτη το προσωπικό της πορτρέτο. Η κτητική συμπεριφορά του Ράιβεν εξάπτει την προστατευτικότητα του ζωγράφου, κάτι που εξοργίζει τη σύζυγό του και ενοχλεί τα υπόλοιπα μέλη του σπιτιού. Ύστερα από παράκληση του Βερμεέρ, η Χριτ ποζάρει αντιλαμβανόμενη την ταπείνωση που θα επέφερε αυτό το εγχείρημα. Το ενδιαφέρον του γι’ αυτήν κρατά όσο και ο χρόνος που χρειάστηκε για να φιλοτεχνήσει το πορτρέτο της. Τώρα που είχε τελειώσει ο πίνακας, δε με ήθελε πια (293)// Ύστερα όμως κατέληξα στο συμπέρασμα πως ανέκαθεν τον ενδιέφερε περισσότερο το πορτρέτο μου παρά εγώ η ίδια (310). Όπως σε κάθε του έργο, έτσι και στην προσωπογραφία της υπηρέτριας ο Βερμεέρ ήθελε να την ολοκληρώσει προσδίδοντας το στοιχείο της ετερότητας και της τελειότητας, αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Ζητά από την όμορφη υπηρέτρια να τρυπήσει τ’ αυτιά της- μια οδυνηρή διαδικασία για την κοπέλα- και της φορά κρυφά τα μαργαριταρένια σκουλαρίκια της Καταρίνα. Μόνο έτσι, σύμφωνα με τον ίδιο, ο πίνακας θα ήταν ολοκληρωμένος και θα είχε τη λάμψη που του έλειπε. Η Καταρίνα ανακαλύπτει το πορτρέτο, και ύστερα από μια έξαρση θυμού και οργής αποβάλλει το έβδομο παιδί της (έχει μεσολαβήσει άλλη μια γέννα). Στο μεταξύ η Χριτ εγκαταλείπει το σπίτι της οικογένειας του ζωγράφου. Ο χρόνος μετατοπίζεται δέκα χρόνια μετά, όταν η Χριτ είναι πλέον παντρεμένη με τον Πίτερ και έχει αποκτήσει δύο μικρά αγόρια. Εργάζεται στο χασάπικο, εκεί όπου δέχεται την απρόσμενη πρόσκληση της υπηρέτριας Τάνεκε να πάει στων Βερμεέρ. Ο ζωγράφος έχει πεθάνει αφήνοντας πίσω του έντεκα παιδιά και χρέη. Η πρώην υπηρέτρια καταφθάνει στο σπίτι των Βερμεέρ, όπου ανοίγεται η διαθήκη του καλλιτέχνη: ο εκλιπών ζητά να δοθούν τα μαργαριταρένια σκουλαρίκια της Καταρίνα στην Χριτ. Η τελευταία, πληρώνοντας το τίμημα της αθωότητάς της, αποδέχεται τα σκουλαρίκια κι αμέσως τα πουλάει. Με τα χρήματα που εξασφαλίζει ξεχρεώνει τον ανοιχτό λογαριασμό που είχαν αφήσει οι Βερμεέρ στο σύζυγό της προτού εγκαταλείψει το σπίτι τους, σβήνοντάς έτσι κάθε συναλλαγή με την οικογένεια αυτή και διαγράφοντας τις μνήμες του παρελθόντος.


Σεβαλιέ Τρέισυ, Το κορίτσι με το σκουλαρίκι, μτφ. Θεοφανώ Καλογιάννη, εκδ. Ωκεανίδα, σελ. 325.



Σάββατο, 15 Ιουνίου 2013

Η χαμένη τιμή της Κατερίνας Μπλουμ, Χάινριχ Μπελ





«Κι όταν χάσει το ενδιαφέρον της η ΕΦΗΜΕΡΙΣ, θα την αποτελειώσει η κοινή γνώμη» (54)

Το θέμα του βιβλίου είναι διαχρονικό και επίκαιρο: η επιρροή του Τύπου στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης και η εγκληματικότητα του κιτρινισμού που προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, διασύρει υπολήψεις, γεννά τη βία και το έγκλημα.

Πρωταγωνίστρια του έργου είναι μια νεαρή εμφανίσιμη οικιακή βοηθός, η Κατερίνα Μπλουμ, η οποία μεγαλώνει μέσα σ’ ένα προβληματικό οικογενειακό περιβάλλον και αναγκάζεται από την ηλικία των δεκατεσσάρων χρόνων να εργάζεται σε σπίτια και να κάνει διάφορες περιστασιακές δουλειές. Μετά το διαζύγιο από τον σύζυγό της, θα εργαστεί μεταξύ άλλων και για την επιφανή οικογένεια Μπλόρνα, με τη βοήθεια της οποίας καταφέρνει να κάνει τις οικονομίες της και να αγοράσει ένα πολυτελές σπίτι και ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο. Διατηρώντας πάντοτε επικοινωνία με τη νονά της θα προσκληθεί σε ένα αποκριάτικο πάρτυ. Εκεί ερωτεύεται τον Λούντβιχ Γκαίτεν που καταζητείται από τις αστυνομικές αρχές για υποθέσεις ληστείας και αδικημάτων που εμπλέκονται με την τρομοκρατία. Οι δυο τους περνούν τη νύχτα στο σπίτι της και το ξημέρωμα η Κ. τον βοηθά να δραπετεύσει μέσα από ένα μυστικό πέρασμα που της είχε αποκαλύψει η κυρία της, Τρούντε (συνεργαζόμενη με την κατασκευαστική εταιρεία για τα σχέδια του οικοδομικού συγκροτήματος όπου διέμενε η Κ). Η τελευταία ήταν γνωστή στους κοσμικούς κύκλους ως «Κόκκινη Τρούντε» και διέρρεαν φήμες ότι έλεγχε ένα κέντρο διακίνησης όπλων. Ο Λούντβιχ φεύγοντας από το σπίτι της Κ. αποσπά τα κλειδιά του εξοχικού ενός μεγαλοβιομήχανου και συνέταιρού του στην εταιρία «Λυ-Στρο»,  ΄Αλοϊς Στρόυμπλέντερ, και το χρησιμοποιεί ως κρησφύγετο. Ο ΄Αλοϊς γνωρίζει από παλιά την οικιακή βοηθό από το σπίτι των Μπλόρνα, όπου παρευρίσκεται συχνά ως καλεσμένος σε πάρτυ και την ερωτεύεται παράφορα. Της στέλνει δώρα, γράμματα και την παρακαλεί να βρεθούν στο εξοχικό που διατηρεί δίνοντάς της το κλειδί του. Τόσο ο Λούντβιχ όσο και ο ΄Αλοϊς εκπροσωπούνται στις υποθέσεις τους από τον  42χρονο δικηγόρο Μπλόρνα: σ’ αυτόν απευθύνονται όταν η Κ. θα οδηγηθεί στην ασφάλεια για ανάκριση που αφορά τη σχέση της με τον καταζητούμενο. Άθελά της βρίσκεται στο στόχαστρο του Τύπου, ο οποίος παρεισφρέει  στην ιδιωτική της ζωή και σπιλώνει το όνομά της με δημοσιεύματα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Στο μεταξύ ο Λούντβιχ συλλαμβάνεται ύστερα από συμπλοκή με τους αστυνομικούς στην εξοχική κατοικία του Άλοϊς και οδηγείται στις φυλακές. Μετά τον αποτροπιασμό του Τύπου, η άρρωστη μητέρα της Κ. πεθαίνει. Η βίαιη επίσπευση του θανάτου της, εξαιτίας της δράσης του εκπροσώπου του τύπου Ταίτγκες, οδηγεί την Κ. στο έγκλημα. Η πλέον διασυρμένη οικιακή βοηθός παίρνει μυστικά το όπλο του φίλου της νονάς της, Κόνραντ Μπαίτερς- πρώην Ναζί, και καθώς είναι Απόκριες μεταμφιέζεται σε Βεδουίνα και δίνει ραντεβού με τον δημοσιογράφο για αποκλειστική συνέντευξη. Οι δυο τους συναντιούνται ύστερα από ώρα και ενώ ο Ταίτγκες είναι ιδιαίτερα προκλητικός απέναντί της, η Κ. τον δολοφονεί. Η οικογένεια Μπλόρνα βρίσκεται τώρα στο προσκήνιο και ο δικηγόρος αναλαμβάνει την υπεράσπιση τόσο του Λούντβιχ όσο και της Κατερίνας για την οποία αισθάνεται κάτι παραπάνω από τρυφερά συναισθήματα. Η δυσχερή οικονομική θέση στην οποία έχουν περιέλθει εξαιτίας της υπόθεσης Μπλουμ είναι φανερή: το σπίτι της Μπλουμ δεν πωλείται και οι ίδιοι δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στα έξοδα δανείου και συντήρησής του. Η Τρούντε έρχεται σε δικαστική διαμάχη με την κατασκευαστική εταιρεία του συγκροτήματος του σπιτιού, γιατί αποκάλυψε τη μυστική έξοδο απ’ όπου διέφυγε ένας καταζητούμενος με αποτέλεσμα να μειωθεί η αξία μεταπώλησής του. Το επαγγελματικό γόητρο του Μπλόρνα έχει πληγεί και ασχολείται με μικροϋποθέσεις. Κοινωνικά χαρακτηρίζεται ως ο «κόκκινος δικηγόρος» που ξεπουλά τα πάντα και παραμελεί ακόμη και την σωματική του υγιεινή. Στο μεταξύ, οι δυο σχεδόν συνομήλικοι κρατούμενοι ελπίζουν στην αποφυλάκιση τους μετά από 10 χρόνια, όταν θα παντρευτούν και θα ζήσουν μακριά μια ήσυχη και ευτυχισμένη ζωή.


Ο Χάϊνριχ Μπελ τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ το 1972 , γιατί κατάφερε να διεισδύσει στον πυρήνα των μεγάλων προβλημάτων της μεταπολεμικής Ευρώπης, όπως είναι τα ζητήματα της βίας, της ψυχολογικής και της κοινωνικής καταστολής, της ατομικής τύψης και της καθεστωτικής ωμότητας και μάλιστα προτού αυτά αποτελέσουν αντικείμενο συστηματικής έρευνας στις πολιτισμικές σπουδές.


Μπελ Χάινριχ, Η χαμένη τιμή της Κατερίνας Μπλουμ, μτφ. Χάρης Γιαννόπουλος, εκδ. γράμματα, σελ. 156.

#Θα ήθελα να ζητήσω συγγνώμη για τις αλλαγές στη μορφή του blog μου. Είναι που τώρα το μαθαίνω και κάπως δυσκολεύομαι- δεν ξέρω πώς να αλλάξω τη γραμματοσειρά της ανάρτησης, πώς να εισάγω μια φωτογραφία που να παραπέμπει σ' ένα δεσμό, αναρωτιέμαι γιατί η δημοσίευση των σχολίων χρειάζεται την έγκρισή μου και άλλα τέτοια. Χρειάζεται μάλλον κάποιος χρόνος, ώστε να εξοικειωθώ με τις λειτουργίες του ιστολογίου. 
Το κείμενο για τον Ξένο το επεξεργάστηκα από την αρχή, οπότε αν κάποιος θέλει μπορεί να το ξαναδιαβάσει :-)


Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2013

Ο ξένος, Αλμπέρ Καμύ









«Στην κοινωνία μας, κάθε άνθρωπος που δεν κλαίει στην κηδεία της μάνας του ρισκάρει να καταδικαστεί σε θάνατο»
Δήλωση του Αλμπέρ Καμύ σε μια τελευταία συνέντευξή του πριν βρει θάνατο το 1960 σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Τρία χρόνια νωρίτερα, στις 17 Οκτωβρίου του 1957 βραβεύεται με το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το έργο του που φέρνει στην επιφάνεια τα προβλήματα που στις μέρες μας έχουν τεθεί στη συνείδηση των ανθρώπων.

Όπως αναφέρεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, ο Ξένος είναι η μυθιστορηματική απεικόνιση του φιλοσοφικού συστήματος του παράλογου, όπως διατυπώθηκε στο «Μύθο του Σίσυφου»: ο άνθρωπος τη στιγμή που πρόκειται να κάνει κάτι, παρατηρεί συχνά ότι μπορεί να κάνει το ένα ή το άλλο και του είναι αδιάφορο ποιο τελικά δρόμο θα ακολουθήσει. Δεν έχει ψευδαισθήσεις για τις καθιερωμένες αξίες και φέρεται σαν η ζωή να μην έχει νόημα.
Ο Καμύ προβάλλει μέσα από το πρόσωπο που δημιουργεί τη συνειδητοποίηση του α-νόητου και ανώφελου της ζωής που μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στην αναζήτηση της προσωπικής του ευτυχίας.
Απάντησα ότι δεν αλλάζεις ποτέ ζωή, ότι εν πάση περιπτώσει όλες άξιζαν κι ότι η δική μου εδώ πέρα δε μου ήταν καθόλου δυσάρεστη (50)// Με συνέπαιρνε πάντα αυτό που επρόκειτο να συμβεί, το σήμερα ή το αύριο (103) // Εν πάση περιπτώσει δεν ήμουνα σίγουρος για το τι μ’ ενδιέφερε πραγματικά, αλλά ήμουνα απολύτως σίγουρος γι’ αυτό που δε μ’ ενδιέφερε (117).

Ο ήρωας και αφηγητής Μερσώ, είναι ένας υπάλληλος γραφείου στο Αλγέρι. Είναι έξυπνος (του δίνεται η ευκαιρία να διαπρέψει επαγγελματικά στο Παρίσι και την αρνείται), εμφανίσιμος κι ελκυστικός (δεν είναι λίγες οι σκηνές που διαφαίνεται έντονα ο ερωτισμός και η  σεξουαλικότητα με την σύντροφό του Μαρί στη θάλασσα). Ωστόσο, ο ίδιος φαίνεται να είναι αδιάφορος και ταυτόχρονα παθητικός απέναντι σε καθετί που αφορά τον ίδιο και δεν έχει διάθεση να βελτιώσει ή να αλλάξει κάτι στη ζωή του
Ήθελα να της πω ότι δεν έφταιγα εγώ, αλλά κρατήθηκα γιατί σκέφτηκα ότι το είχα ήδη πει στον προϊστάμενό μου. Αυτό δε σήμαινε τίποτα. Όπως και να ’χει το πράγμα πάντα είσαι λίγο πολύ φταίχτης// Κι όπως δεν έλεγα τίποτα, με ρώτησε αν θα μ’ ενοχλούσε να το κάνω αμέσως κι εγώ απάντησα πως όχι (30).
Όσο αδιάφορος παρουσιάζεται σε σχέση με την ύπαρξή του, άλλο τόσο αποδεικνύεται απέναντι στην κοινωνία και τους θεσμούς της από τους οποίους δεν πείθεται σαν ένας ξένος : 
-Οικογένεια: Το άσυλο μου είχε φανεί κάτι το φυσικό αφού δεν είχα αρκετά χρήματα για να πάρω κάποιον να περιποιείται τη μαμά. «Εξάλλου» πρόσθεσα, «είχε περάσει πολύς καιρός που εκείνη δεν είχε τίποτα πια να μου πει και μόνη της βαριότανε (54) // Όλα τα υγιή άτομα είχαν λίγο πολύ ευχηθεί το θάνατο εκείνων που αγαπούσαν (71)
-Γάμος: Είπα ότι μου ήταν αδιάφορο και θα μπορούσαμε να το κάνουμε αν το ήθελε […] Εξάλλου, εκείνη ήταν που ήταν που το ζητούσε κι εγώ είπα ευχαρίστως ναι. Τότε εκείνη παρατήρησε πως ο γάμος ήταν κάτι σοβαρό. Εγώ απάντησα «όχι» (50) 
-Φιλία: Μου ήταν αδιάφορο αν ήμουνα φίλος του, αυτός όμως, με το ύφος του, έδειχνε στ’ αλήθεια ότι το ήθελε πολύ (42)
-Θρησκεία: Όμως με διέκοψε και με παρότρυνε για τελευταία φορά στητός και ολόρθος, να πω αν πίστευα στο Θεό. Απάντησα όχι […] «Θέλετε» φώναξε, «να μην έχει η ζωή μου νόημα»; Κατά τη γνώμη μου αυτό δε μετρούσε και του το είπα (72) //Του είπα ότι δεν ήξερα τι σήμαινε αμαρτία (119) 
-Δικαιοσύνη: Πάντα κατά τη γνώμη του, ένας άνθρωπος που σκότωνε ηθικά τη μητέρα του, έπρεπε να αποκοπεί από την κοινωνία των ανθρώπων[..] (104) //Άλλες φορές, παραδείγματος χάρη, έφτιαχνα νομοσχέδια. Αναμόρφωνα τις ποινές. Είχα παρατηρήσει ότι το ουσιαστικό ήταν να δοθεί μια ευκαιρία στον καταδικασμένο. Ακόμα και μία στις χίλιες αυτό θ’ αρκούσε για να διορθώσει τα πράγματα (112).

Ο Ξένος αποτελείται από δύο μέρη: στο πρώτο μέρος παρουσιάζεται η ζωή του κεντρικού ήρωα Μερσώ πριν το έγκλημα, ενώ στο δεύτερο η ζωή μετά από αυτό.
Το πρώτο μέρος ξεκινά με το τηλεγράφημα του θανάτου της μητέρας του αφηγητή στο γηροκομείο όπου διέμενε. Ο αφηγητής και πρωταγωνιστής ζητά άδεια από τη δουλειά του και παίρνει το λεωφορείο για να παρευρεθεί στη κηδεία. Φτάνοντας στο άσυλο αρνείται να δει το πτώμα της γυναίκας προκαλώντας την εντύπωση του θυρωρού, του διευθυντή και αργότερα των υπαλλήλων του γραφείου κηδειών. Μαζί με το θυρωρό και δέκα τροφίμους ξενυχτάνε τη νεκρή. Το πρωί  ο Μερσώ μαζί με τον διευθυντή του γηροκομείου, την προϊσταμένη νοσοκόμα, τον αγαπητικό της μητέρας γέρο Περέζ, τον ιερέα και τους νεκροθάφτες κατευθύνονται σε πομπή, για να κηδέψουν τη μητέρα. Ωστόσο, εκείνο που προκαλεί εντύπωση είναι οι σκέψεις του ήρωα: φαίνεται να αντιμετωπίζει το θάνατο της μητέρας του σαν κάτι το λογικό και αναμενόμενο με αποτέλεσμα το μυαλό του να βρίσκεται σε δευτερεύουσες σκέψεις, όπως για παράδειγμα την αντίδραση του προϊστάμενού του για την χορήγηση της άδειας, το περπάτημα μέσα στο καυτό πρωινό, τη γρήγορη πορεία του Περέζ μέχρι την εκκλησία και τη λιποθυμία του, τα λόγια της προϊσταμένης για τυχόν κρύωμα από τον ιδρώτα που έριξαν μέχρι να φτάσουν στην εκκλησία. Την επόμενη μέρα της επιστροφής του στο Αλγέρι αποφασίζει να πάει για μπάνιο στη θάλασσα. Εκεί συναντά μια παλιά δακτυλογράφο του γραφείου, τη Μαρί Καρντόνα, και συνδέεται μαζί της ερωτικά. Το ίδιο βράδυ πηγαίνουν στο σινεμά για να παρακολουθήσουν μια κωμωδία. Έπειτα, όλα επιστρέφουν στην κανονικότητα τους: η δουλειά στο γραφείο, η έξοδος για φαγητό στου Σελέστ, η γειτνίαση με τον γέρο-Σαλαμάνο και το σκύλο του αλλά και τον προαγωγό Ραιημόν Σιντές. Για χάρη του τελευταίου ο Μερσώ συντάσσει ένα ερωτικό γράμμα προς την πρώην Μαυριτανή ερωμένη του. Μετά τον ξυλοδαρμό της από τον Ραιημόν και σε συνεννόηση μαζί του, θα βρεθεί στο αστυνομικό τμήμα όπου θα δηλώσει πως η κοπέλα τον απάτησε. Αργότερα, στην εκδρομή που κάνουν ο Μερσώ, η Μαρί και ο Ραιημόν στο εξοχικό που διατηρούσε ο φίλος του τελευταίου Μασόν με τη σύζυγό του όλο το πρωί μοιάζει ειδυλλιακό και ο ήρωας περνά στιγμές ευτυχίας μαζί με τη σύντροφό του στη θάλασσα. Οι δυο τους επιστρέφουν στο σπίτι, όπου τρώνε και πίνουν κρασί και μετά καφέ μαζί με τους άλλους. Έπειτα οι άντρες πηγαίνουν βόλτα στη θάλασσα, όπου εκεί πραγματοποιείται συμπλοκή με τους Άραβες που παρακολουθούσαν τον Ραιημόν. Ο προαγωγός εμπιστεύεται το όπλο του στον Μερσώ κι ο ίδιος δε θα διστάσει λίγο αργότερα, όταν θ’ αναζητήσει μόνος του σκιά μετά από πολύωρο περπάτημα κάτω από τον καυτό ήλιο, να το χρησιμοποιήσει αντικρίζοντας το μαχαίρι ενός ξαπλωμένου Άραβα. Πυροβολεί τέσσερις φορές.
Ακολουθεί το β΄ μέρος της αφήγησης, όπου παρακολουθούμε τη ζωή του αφηγητή μετά το έγκλημα. Γινόμαστε μάρτυρες της ανακριτικής διαδικασίας όπου ο ήρωας δηλώνει την αθεΐα του και την άρνηση μεταμέλειας του για τον φόνο που διέπραξε. Οι ώρες μέσα στη φυλακή περνούν μέσα από τη λειτουργία της μνήμης και των αναμνήσεων, της ανάγνωσης μιας ιστορίας για το φόνο ενός Τσεχοσλοβάκου και τον ύπνο. Στη δίκη του απαγγέλλεται η θανατική ποινή με δημόσιο αποκεφαλισμό. Μπροστά στο φόβο του θανάτου ο ήρωας αναλογίζεται την αδικία της τελεσίδικης ποινής και στήνει εναλλακτικά σενάρια απόδοσης της δικαιοσύνης σε περιπτώσεις εγκλημάτων αλλά και διαφυγής του ίδιου τη στιγμή της εκτέλεσης. Το έργο ολοκληρώνεται με την οργή και το ξέσπασμα του Μερσώ εναντίον του παπά που επιμένει να τον επισκέπτεται παρά την άρνησή του, προκειμένου να τον φέρει πιο κοντά στο Θεό, τη μετάνοια και τη συγχώρεση. Κοντά στο θάνατο, μακριά από κάθε ελπίδα, ο ήρωας νιώθει τόσο απελευθερωμένος, ώστε είναι έτοιμος να γράψει τη ζωή του από την αρχή.
Δε γνωρίζουμε τελικά αν πράγματι του επιβλήθηκε η θανατική ποινή. Αυτό είναι κάτι που ο συγγραφέας το αφήνει ανοιχτό στη σκέψη μας.
Εκείνο που είναι αξιοσημείωτο είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Καμύ στήνει την αφήγησή του, ακολουθώντας τη δομή της αρχαίας τραγωδίας: στο β΄ μέρος βρισκόμαστε μέσα στο μυαλό του Μερσώ και παρακολουθούμε τις σκέψεις του για το παράλογο της ποινής που του επιβλήθηκε, το φόβο του απέναντι στον επερχόμενο θάνατο αλλά και την αγωνία του για την τυχόν αναίρεση της ποινής του δημόσιου αποκεφαλισμού. Προκαλώντας ο συγγραφέας τον έλεο και τον φόβο φτιάχνει μια παγίδα στην οποία εύκολα μπορεί ο αναγνώστης να πέσει, δηλαδή να ξεχάσει ότι ο άνθρωπος αυτός έχει διαπράξει ένα βαρύ έγκλημα, την αφαίρεση μιας ανθρώπινης ζωής.
Κορύφωση-> Έλεος-> Φόβος->Λύσις=Τέλος=Σκοπός=>Ολοκλήρωση
#Ο συγγραφέας θ’ ακολουθήσει το ίδιο σχήμα και στην Πτώση, χωρίζοντας την αφήγηση σε α΄ και β΄μέρος και στήνοντας μέσω της εξομολόγησης του ήρωά του μια παγίδα που εύκολα ο αναγνώστης μπορεί να πέσει μέσα.
Για περισσότερα σχετικά με την Πτώση: Η Πτώση του Αλμπέρ Καμύ 
                                                                    Η Πτώση, Αλμπέρ Καμύ

Το τελευταίο απόσπασμα του α΄μέρους ενδεικτικό της κορύφωσης του έργου:
[…] Κι αυτή την φορά, δίχως να σηκωθεί, ο Άραβας τράβηξε το μαχαίρι του και μου το έδειξε μέσα στον ήλιο. Το φως έπεσε πάνω στο ατσάλι κι ήταν σα μια μακριά αστραφτερή λεπίδα που με χτυπούσε κατακούτελα. Την ίδια στιγμή ο ιδρώτας που είχε μαζευτεί μέσα στα φρύδια μου κύλησε μονομιάς πάνω στα βλέφαρά μου και τα σκέπασε μ’ ένα χλιαρό και πυκνό πέπλο. Τα μάτια μου τυφλώθηκαν πίσω απ’ αυτό το παραπέτασμα από δάκρυα κι αλάτι. Δεν ένιωθα πια, παρά τα κύμβαλα του ήλιου πάνω στο μέτωπό μου, και πιο αμυδρά, το αστραφτερό λόγχισμα απ’ το μαχαίρι που ήταν συνέχεια στραμμένο καταπάνω μου. Αυτό το πυρωμένο ξίφος ροκάνιζε τις βλεφαρίδες μου και χωνόταν μέσα στα πονεμένα μάτια μου. Τότε ήταν πού όλα σαν να τρεμόσβησαν. Η θάλασσα έφερε μια πνοή πυκνή και διάπυρη. Μου φάνηκε πώς ο ουρανός άνοιγε ολόκληρος πέρα ως πέρα για να πέσει μια βροχή από φωτιά. Ολόκληρη η ύπαρξή μου τεντώθηκε κι έσφιξα σπασμωδικά το χέρι μου πάνω στο περίστροφο. Η σκανδάλη υποχώρησε, άγγιξα την γυαλιστερή κοιλιά της κάνης, κι εκεί, μέσα στον κρότο τον ξερό μαζί κι υπόκωφο, άρχισαν όλα. Τίναξα από πάνω και τον ήλιο. Κατάλαβα ότι είχα καταστρέψει την ισορροπία της μέρας, την έξοχη σιωπή μιας παραλίας όπου ήμουν ευτυχισμένος. Τότε, τράβηξα άλλες τέσσερις φορές πάνω σ’ ένα κορμί ακίνητο όπου οι σφαίρες βυθιζόντουσαν χωρίς να φαίνεται τίποτα. Κι ήταν σα να χτυπούσα, με τέσσερις σύντομους χτύπους, την πόρτα της δυστυχίας (66).


Ολοκληρώνοντας αυτήν εδώ την ανάρτηση θα ήθελα να πω πως λατρεύω τον Καμύ. Για την πάντοτε σωστή χρήση της λέξης που διαλέγει, για την ελευθεριότητά του, για το στοιχείο της διαφορετικότητας που προβάλλει ως δείκτη ταυτότητας του καθενός από εμάς.


Καμύ Αλμπέρ, Ο ξένος, μτφ. Λίλα Παπαδούλη-Γκινάκα, εκδ. γράμματα, σελ.125.
.

Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

Καλώς ορίσατε


Η δημιουργία αυτού του ιστολογίου υποκινήθηκε από την αγάπη μου για τα βιβλία και την ανάγνωση.

Τα κείμενα που θα δημοσιεύω αφορούν προσωπικά διαβάσματα, πράγμα που σημαίνει ότι είναι υποκειμενικά και δεν αποτελούν κριτικές που προϋποθέτουν την αποστασιοποίηση και την αντικειμενικότητα. Πρόκειται μονάχα για παρουσιάσεις βιβλίων από την οπτική γωνία ενός απλού αναγνώστη.

Θα χαρώ να μοιραστείτε μαζί μου τις σκέψεις σας κι αν είστε κι εσείς ένας συστηματικός αναγνώστης όπως εγώ, τότε «καλώς ορίσατε»!

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...