Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013

Το στρίψιμο της βίδας, Χένρι Τζέιμς



Το 1898 ο Χένρι Τζέιμς υπαγορεύει για πρώτη φορά ένα έργο, το «Στρίψιμο της Βίδας», το οποίο θα δημοσιευτεί σε συνέχειες στο περιοδικό Colliers Weekly στην Αμερική την άνοιξη του ίδιου χρόνου. Όπως υποστηρίζει ο ίδιος ο συγγραφέας, πρόκειται για μια ιστορία φαντασμάτων που του τη διηγήθηκε ο αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρου, όταν αποφάσισε να εγκατασταθεί στη νέα του κατοικία στο Σάσσεξ της Αγγλίας.



Παραμονή Χριστουγέννων, γύρω από το αναμμένο τζάκι ενός παλιού σπιτιού, μια παρέα διηγείται ¨παράξενες¨ ιστορίες. Ένας σύντροφος, ο Ντάγκλας, υπόσχεται να πει μια ιστορία που παραμένει κλειδωμένη εδώ και χρόνια στο συρτάρι του σπιτιού του στο Λονδίνο. Πρόκειται για ένα χειρόγραφο που του εμπιστεύτηκε προτού πεθάνει-πριν από είκοσι χρόνια- η κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερη από τον ίδιο γκουβερνάντα της αδερφής του. Μιας και το κείμενο πιάνει το νήμα της αφήγησης από ένα καίριο σημείο, ο Ντάγκλας θεωρεί σημαντικό να προβεί σε ορισμένες διευκρινίσεις που θα βοηθήσουν την παρέα να κατανοήσει καλύτερα την υπόθεση: Η γκουβερνάντα, μια φτωχή κόρη πάστορα, διαβάζοντας μια αγγελία σε εφημερίδα έρχεται σ’ επικοινωνία με το μετέπειτα αφεντικό της και σύντομα αναλαμβάνει χρέη παιδαγωγού έναντι υψηλής αμοιβής. Η κοπέλα επρόκειτο να εργαστεί για το πατρογονικό σπίτι του κυρίου της στο Έσσεξ, όπου είχε επιλέξει ο ίδιος για να μείνουν τα ορφανά ανίψια του. Επιστράτευσε τους καλύτερους υπηρέτες και όρισε ως επικεφαλής του νοικοκυριού την αλλοτινή καμαριέρα της μητέρας του, κυρία Γκρόουζ. Η παιδαγωγός θα ήταν στο εξής ανώτερη όλων και θα είχε την εποπτεία του σπιτιού. Ωστόσο, ο γοητευτικός κύριός της, της έθεσε ένα όρο ̇ να μην τον ενοχλήσει ποτέ. Το χειρόγραφο καταφθάνει ταχυδρομικώς από το Λονδίνο και την τέταρτη μέρα ο Ντάγκλας αρχίζει να διηγείται την ιστορία στους εναπομείναντες συντρόφους. Την αφήγηση του χειρογράφου μας παραθέτει ο αφηγητής της εισαγωγής, στον οποίο ο Ντάγκλας εμπιστεύτηκε αργότερα το πολύτιμο γραπτό. Η νεαρή κοπέλα καταφθάνει στο εξοχικό σπίτι στο Έσσεξ, το οποίο φαντάζει για την ίδια ολότελα εντυπωσιακό και αναλαμβάνει τα καθήκοντά της. Παράλληλα, νιώθει καταγοητευμένη από τη γνωριμία της με τη μικρή της μαθήτρια, Φλώρα, η οποία αναλαμβάνει να ξεναγήσει τη νέα της παιδαγωγό, δείχνοντάς της τα κατατόπια του σπιτιού. Έτσι, περιγράφεται ο χώρος στον οποίο θα διαδραματιστεί το μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης. Ήταν ένα μεγάλο, άσχημο, παλαιό αλλά βασιλικό σπίτι, που ενσωμάτωνε κάτι λίγα απομεινάρια ενός ακόμη πιο παλαιού σπιτιού, μισο-ανακαινισμένο και μισο-χρησιμοποιημένο (29). Ύστερα από δύο μέρες, επιστρέφει ο Μάιλς από το σχολείο στο οποίο φοιτούσε για τις καλοκαιρινές διακοπές. Ωστόσο, σύντομα η παιδαγωγός θα λάβει ένα γράμμα από τον διευθυντή του σχολείο που θα την ενημερώσει για την αποβολή του μαθητή εξαιτίας της διαγωγής του. Το παιδί ποτέ δε θα μιλήσει γι’ αυτό, παρά μονάχα προς το τέλος της ιστορίας, ύστερα από τις πιέσεις που δέχεται από την γκουβερνάντα. Το ζήτημα της διαγωγής διατρέχει όλη την αφήγηση και γίνεται ένα μοτίβο που επιτείνει την αγωνία του αναγνώστη. Σταδιακά, η παιδαγωγός αρχίζει να βλέπει φασματικές παρουσίες που δεν γνωρίζει. Αρχικά την οπτασία ενός άντρα στην κορυφή του πύργου (42) και ύστερα την επανεμφάνισή του έξω από το παράθυρο της τραπεζαρίας του ισογείου (51). Προβληματισμένη για την πραγματική του ύπαρξη και ύστερα από αρκετή σκέψη θα απευθυνθεί στην κυρία Γκρόουζ και θα περιγράψει την μορφή που αντίκρισε, ώστε να μάθει στοιχεία για την ταυτότητα του άντρα. Η κυρία Γκρόουζ την πληροφορεί ότι ο άντρας αυτός δεν είναι άλλος από τον Πήτερ Κουίντ, τον υπηρέτη και καμαριέρη του κυρίου, ο οποίος έχει πεθάνει. Στο διάλογο που αναπτύσσεται μεταξύ τους, η αφηγήτρια αφήνει να εννοηθεί πως η μεγάλη γκουβερνάντα είναι συνένοχη σε κάτι που η ίδια αγνοεί, πως γνωρίζει πράγματα μυστηριώδη και τρομακτικά. Οι δυο γυναίκες θα κλειδωθούν στο σπουδαστήριο του σπιτιού και εκεί θα συζητήσουν διεξοδικά για την αντρική οπτασία. Ένα πέπλο μυστηρίου καλύπτει τις σχέσεις του Κουίντ με τον Μάιλς που έμμεσα σχετίζονται με το αίνιγμα της διαγωγής του. Η αφηγήτρια υπαινίσσεται πως ο διεφθαρμένος άντρας είχε κακοποιήσει τον μικρό, όπως και όλα τα μέλη του υπηρετικού προσωπικού. Ήταν αδυναμία του Κουίντ. Να παίζει μαζί του…να τον παραχαϊδεύει [..] Ο Κουίντ είχε μεγάλη οικειότητα. […] Μεγάλη οικειότητα με όλους! (65) // -Δεν έχω ξαναδεί άλλον σαν αυτόν. Έκανε ό,τι ήθελε. –Μ’ εκείνη; - Με αυτούς όλους. (79) Μπροστά σ’ αυτή την αποκάλυψη η νεαρή κοπέλα αισθάνεται την ανάγκη περισσότερο από ποτέ να προστατέψει με κάθε τρόπο τα ορφανά παιδιά, προκειμένου να τα διαφυλάξει από καθετί κακό. Ήμουν ένα προστατευτικό παραπέτασμα- έπρεπε να στέκομαι μπροστά τους. Όσα περισσότερα θα έβλεπα εγώ, τόσο λιγότερα θα έβλεπαν εκείνα (69). Ένα απόγευμα, η παιδαγωγός μαζί με τη Φλώρα θα βγουν μια βόλτα στην κοντινή λίμνη, τη λεγόμενη Αζοφική Θάλασσα. Εκεί, θα εμφανιστεί μια δεύτερη οπτασία, διαφορετική της πρώτης. Πρόκειται για μια γυναίκα που δεν είναι άλλη από την προκάτοχό της, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις της κυρίας Γκρόουζ. Ήταν ένα ξένο αντικείμενο εκεί- ένα ον, που αμέσως, με πάθος, αμφισβήτησα το δικαίωμα της παρουσίας του (71). Μια γυναίκα μαυροφορεμένη, χλωμή και φρικαλέα (74).  Η γυναίκα αυτή μαζί με τον υπηρέτη, παρά τη διαφορά της κοινωνικής τους θέσης, διατηρούσαν σεξουαλικές σχέσεις. –Σχέσεις μεταξύ τους; - Ολοκληρωμένες. – Παρά τη διαφορά; - Ω, της τάξης τους, της θέσης τους, - ναι, είπε θλιμμένα. Εκείνη ήταν κυρία. (78). Μέσα από συλλογισμούς που κάνει και συζητώντας πάντοτε με την κυρία Γκρόουζ, η παιδαγωγός διαπιστώνει πως κατά το παρελθόν οι δύο διεφθαρμένοι άνθρωποι που επιστρέφουν τώρα ως φασματικές οπτασίες, έχουν ως σκοπό να μολύνουν και να διαφθείρουν τα παιδιά, ψυχικά και σωματικά. -Πάντως, όσο εκείνος ήταν με τον άντρα…-Η μις Φλώρα ήταν με τη γυναίκα (88) // Οι τέσσερεις τους, να είσαι βέβαιη γι’ αυτό, ανταμώνουν αδιάκοπα (112) // Κουβεντιάζουν για φριχτά πράγματα! (113). Κάποιο βράδυ, καθώς η νεαρή παιδαγωγός διάβαζε και έχοντας ένα άσχημο προαίσθημα, βγήκε από το δωμάτιό της κρατώντας ένα κερί. Εκεί, στη σκάλα, είδε για τρίτη φορά την αντρική μορφή. Η οπτασία είχε φτάσει στα μέσα της σκάλας, στο κοντινότερο σημείο προς το παράθυρο, κι εκεί, μόλις με είδε, σταμάτησε και στύλωσε πάνως μου τα μάτια του [..]Με γνώρισε όπως τον γνώρισα κι εγώ, [..] Και το κατάλαβε πως δεν είχα τρομοκρατηθεί (96). Επιστρέφοντας στο δωμάτιό της, διαπιστώνει ότι η Φλώρα λείπει από το κρεβάτι της, γιατί όπως θα πει η μικρή στην γκουβερνάντα της «πετάχτηκε από το κρεβάτι για να δει τι είχα γίνει». Λίγες μέρες αργότερα, η γυναικεία οπτασία επανεμφανίζεται στη σκάλα του σπιτιού και η μικρή Φλώρα σηκώνεται από το κρεβάτι της για να διαπιστώσει τι έχει συμβεί. Αντιλήφθηκα την παρουσία μιας γυναίκας που καθόταν στα πρώτα σκαλοπάτια, με την πλάτη της γυρισμένη σ’ εμένα, το κορμί μισοσκυφτό, και το κεφάλι της μες στα χέρια, σε μια στάση σαν να θρηνούσε (101). Την ίδια στιγμή, η γκουβερνάντα αντικρίζει μια φιγούρα στον κήπο και διαπιστώνει ότι είναι ο Μάιλς, ο οποίος διατείνεται ότι θα ήθελε η κυρία του να τον νομίζει για κακό παιδί. Η κυρία Γκρόουζ προτρέπει τη νεαρή κοπέλα να γράψει στο αφεντικό για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει στο σπίτι σχετικά με το ζήτημα της διαγωγής του Μάιλς αλλά και τον φόβο της, μήπως οι φασματικές παρουσίες καταστρέψουν τα παιδιά. Η κοπέλα, όντας ερωτευμένη μαζί του, αν και διστάζει, παίρνει την απόφαση να του γράψει. Κανείς δεν ήξερε – πόσο περήφανη ένιωθα να τον υπηρετώ και να τηρώ τη συμφωνία μας (117) // Δεν έγραφε ποτέ στα παιδιά- αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί εγωιστικό, αλλά ήταν ένα κολακευτικό τεκμήριο της εμπιστοσύνης που μου είχε (125). Σταδιακά, τα φαντάσματα γίνονται για την γκουβερνάντα εμμονή, ώστε να κλειδώνεται στο δωμάτιό της και να πιστεύει ότι μιλάει μαζί τους και τους πολεμά με σκοπό να προστατέψει τα ανήλικα παιδιά. Στην εκκλησία το αγόρι της ζητά να αποκτήσει μια περισσότερο φυσιολογική και ελεύθερη ζωή. Η ίδια, ως αντίδραση στην επιθυμία του παιδιού, αποφασίζει να μη μπει στην εκκλησία και επιστρέφει μόνη στο σπίτι. Τότε, ήταν που εμφανίστηκε για άλλη μια φορά η γυναικεία οπτασία, καθισμένη αυτή τη φορά στο τραπέζι του σπιτιού. Καθισμένο στο τραπέζι μου, μέρα- μεσημέρι, είδα ένα πρόσωπο […] η τιποτένια η προκάτοχή μου (138). Η κοπέλα αρχίζει να παραλογίζεται, καθώς ξεσπά σε κραυγές, στην προσπάθειά της να διώξει τη γυναίκα. Μια μέρα, καθώς ο Μάιλς παίζει στην γκουβερνάντα του πιάνο, η Φλώρα πηγαίνει στη λίμνη χωρίς να ενημερώσει την κυρία της. Διαπιστώνοντας την απουσία του κοριτσιού, η παιδαγωγός μαζί με την κυρία Γκρόουζ θα την αναζητήσουν στο σημείο εκείνο της λίμνης, όπου είχε εμφανιστεί παλαιότερα η οπτασία της μις Τζέσελ. Η κοπέλα φαντασιώνεται πως το κορίτσι πήρε τη βάρκα για να τη συναντήσει, ώσπου ξεπηδά από ένα θάμνο και αρνείται τα πάντα. Ωστόσο, η γκουβερνάντα είναι βέβαιη πως την είδε: η μις Τζέσελ στεκόταν μπροστά μας, στην αντικρινή όχθη, ακριβώς όπως την άλλη φορά. [..] Ήταν εκεί για την Φλώρα (164). Όσο η παιδαγωγός επιμένει ότι είδε τη Μις Τζέσελ, η Φλώρα την αποστρέφεται και αρχίζει να την θεωρεί δαιμονική. Ζητά από την κυρία Γκρόουζ να μην την ξαναδεί ποτέ. Ποτέ μου δεν έχω δει. Είστε άπονη. Δεν σας θέλω! (167) // Δε θέλει να σας ξαναδεί στα μάτια της (175).  Η κυρία Γκρόουζ, ενώ αρχικά φαίνεται σύμφωνα με την αφήγηση, συμμέτοχη των φασματικών εντυπώσεων, σταδιακά απομακρύνεται από αυτήν εκφράζοντας τις αμφιβολίες της, σε πρώτο στάδιο έμμεσα και σε δεύτερο στάδιο άμεσα. Έτσι, από τη συνενοχή μεταβαίνει στην αποστασιοποίηση. Σ’ αυτή την κατεύθυνση, θα απομακρύνει τα πράγματα του κοριτσιού από το δωμάτιο που μοιράζονταν με την παιδαγωγό. Της ζητά έμμεσα να φύγει, ωστόσο η παιδαγωγός τις διώχνει, ισχυριζόμενη ότι οφείλει να προστατέψει την τιμιότητα του Μάιλς. Έτσι, η κυρία Γκρόουζ μαζί με την Φλώρα, αναχωρούν για το σπίτι του θείου στο Λονδίνο. Η κοπέλα μένει στο σπίτι μαζί με τον Μάιλς. Σε αντάλλαγμα της ελευθερίας που τόσο πολύ επιζητά το αγόρι, θα του αποσπάσει τα πιο μεγάλα μυστικά. Συζητούν για το χαμένο γράμμα που ποτέ δεν ταχυδρομήθηκε στο θείο και ο μικρός παραδέχεται πως το έκλεψε για να το διαβάσει από περιέργεια, αφού ήθελε να μάθει τι θα μπορούσε να έγγραφε για τον ίδιο και στη συνέχεια το έκαψε. Οι δυο τους φαντασιώνονται ότι δεν είναι μόνοι, άλλα γύρω τους βρίσκονται τα δύο φαντάσματα του παρελθόντος. Το ζήτημα της διαγωγής του έρχεται ξανά στο προσκήνιο και αποκαλύπτεται το αίνιγμα της αποπομπής του: η προκλητική ομοφυλοφιλική του συμπεριφορά. Μα…έλεγα…κακά λόγια. Μονάχα σε…-[..] δε θυμάμαι τα ονόματά τους. – Ήσαν, λοιπόν, τόσοι πολλοί; - Όχι, μονάχα μερικοί. Αυτοί που μου άρεσαν  (199). Η αντρική φασματική μορφή  του Πήτερ Κουίντ επανέρχεται αυτή τη φορά στο παράθυρο, και η παιδαγωγός προσπαθεί να προστατέψει τον Μάιλς, ώστε να μην την δει, όταν αφού τον βεβαιώνει πως έχει εξαφανιστεί διαπιστώνει ότι έχει πεθάνει στην αγκαλιά της. [..] έμπηξε μια στριγγλιά σαν να γκρεμιζόταν σε άβυσσο, κι έτσι που τον άδραξα, ήταν σαν να τον έπιασα την ώρα που έπεφτε. Τον έπιασα, ναι, τον κρατούσα: [..] μα ύστερα από ένα λεπτό άρχισα να νιώθω τι ήταν πραγματικά αυτό που κρατούσα. Ήμασταν μονάχοι με τη γαλήνια μέρα, και η καρδούλα του, στερεμένη, είχε σταματήσει (203).



Το ελκυστικό της γραφής του συγκεκριμένου έργου βασίζεται στην ταλάντευση ανάμεσα στο πραγματικό και το υπερπραγματικό και την εξήγησή του. Πρόκειται για μια αφήγηση της υπαινικτικότητας, όπου ο συγγραφέας υπαινισσόμενος το χειρότερο εντείνει την αγωνία του αναγνώστη και τον βάζει σε αμήχανη θέση. Το ανείπωτο, εκείνο που αφήνει να εννοηθεί χωρίς να δηλώνεται ρητά, το διφορούμενο που από τη μια μας βεβαιώνει για κάτι και από την άλλη μας αναποδογυρίζει στην άγνοια δημιουργούν αγωνία και ένταση.  Όλα είναι μετέωρα, τίποτα δεν είναι ξεκάθαρο και ο αναγνώστης ταλαντεύεται πότε προς τη μια και πότε προς την άλλη κατεύθυνση, δίχως να είναι βέβαιος αν τα γεγονότα πράγματι συμβαίνουν ή αποτελούν αποκυήματα της φαντασίας της γκουβερνάντας, η οποία είναι φορέας του κύριου μέρους της αφήγησης.
Ο φόβος εντείνεται εκτός από την τεχνική της αφήγησης, από τα ίδια τα στοιχεία της πλοκής:
-η εισαγωγή του κειμένου και η ύπαρξη ενός χειρόγραφου,
-το μεγαλεπήβολο κτίριο όπου μένουν τα ορφανά,
-η παρουσία υπηρετικού προσωπικού
-η ύπαρξη ενός πλούσιου θείου με τον οποίο η παιδαγωγός είναι ερωτευμένη και θέλει να φανεί αντάξια των προσδοκιών του,
-η εναλλαγή του φωτός πάνω στα αντικείμενα,
-το μεταφυσικό στο χώρο εργασίας της παιδαγωγού,
-ο χαρακτήρας της παιδαγωγού: είναι ενθουσιώδης, ισχυρογνώμων, αισθάνεται ανώτερη όλων, συχνά υποτιμά την ηλικιωμένη γκουβερνάντα που δεν γνωρίζει ανάγνωση και γραφή,
-ο παραλογισμός της παιδαγωγού που κορυφώνεται όταν αποκαλεί το κορίτσι ¨γριά γυναίκα¨ (166) καθώς και όταν φαντασιώνεται την ύπαρξη ερωτικού δεσμού ανάμεσα στην ίδια και το αγόρι (187)
-το ζήτημα της διαγωγής του αγοριού που διατρέχει όλο το έργο (και αφηγηματική τεχνική)




#Το «Στρίψιμο της βίδας» αξίζει να διαβαστεί από τον καθένα. Προσωπικά διάλεξα λάθος χρόνο, μιας και νομίζω πως η ιδανική εποχή για να το διαβάσει κανείς είναι ο χειμώνας δίπλα στο τζάκι, όπως ακριβώς μας τοποθετεί το ίδιο το κείμενο: Η ιστορία που ακούσαμε, μας είχε κρατήσει γύρω στο αναμμένο τζάκι με αρκετά κομμένη την ανάσα,[…] (9).



Τζέιμς Χένρι, Το στρίψιμο της βίδας, μτφ. Κοσμάς Πολίτης, εκδ. Άγρα, σελ. 227.


 




 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...