Σάββατο, 13 Ιουλίου 2013

Η κάθοδος των εννιά, Θανάσης Βαλτινός




«Σε λίγο ήπιαμε από μια γουλιά και ξαναβάλαμε στο παγούρι. Φύσαγε λίβας. Ερχότανε καυτός απ’ τη μεριά του και η γη μπροστά μας ασφυκτιούσε. Σα να ‘λιωναν οι αδένες της. Πέσαμε δίπλα δίπλα στη ρίζα του βράχου και περιμέναμε να γεμίσει το παγούρι. Ξέραμε πως θα πεθάνουμε μέσα σε τούτο το καλοκαίρι» (61).


Η Κάθοδος των εννιά γράφτηκε το 1959 και δημοσιεύτηκε το 1963 στο περιοδικό «Εποχές». Σε μορφή βιβλίου θα κυκλοφορήσει το 1978. 

Πρόκειται για μια πλασματική μαρτυρία ενός στρατιώτη του Δημοκρατικού στρατού ( στρατός της αριστερής παράταξης που ηττήθηκε το 1949 από τον κυβερνητικό στρατο στη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου) που ακολουθεί άλλους οχτώ συντρόφους στην πορεία τους στην Πελοπόννησο για αναζήτηση της σωτηρίας  στη θάλασσα.  

Υπάρχει μια σύνδεση του έργου με την «Κάθοδο των μυρίων» του Ξενοφώντα. Πρόκειται για την ειρωνική αντιστροφή του έργου του ιστορικού, αφού οι εννιά σύντροφοι δεν τα καταφέρνουν και από αυτούς μόνο ένας θα επιζήσει και θα καταγράψει το βίωμά του, θα μιλήσει για την ήττα και την οπισθοχώρηση.  

Το τέλος του εμφυλίου πολέμου ήταν σπαρακτικό και αποτυπώθηκε σε όλους τους τομείς. Στη λογοτεχνία, είναι εμφανής η πόλωση που δημιουργείται με τη διάκριση ανάμεσα σε «αριστερούς» και «δεξιούς» λογοτέχνες. Σε μια εποχή πολιτικών αναβρασμών και ανακατατάξεων, η μαρτυρία στη λογοτεχνική και ημιλογοτεχνική της μορφή εξυπηρετεί τους συγγραφείς που επιθυμούν να μιλήσουν για το προσωπικό τους βίωμα. Κι αυτό πραγματώνεται άλλοτε άμεσα και άλλοτε έμμεσα, αυθεντικά ή πλασματικά. Σ’ αυτή τη «φόρμα» υπάρχει η σύμβαση της φιλαληθείας, επομένως είναι το κατάλληλο μέσο για να πείσει ο Βαλτινός για την αξιοπιστία του και να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση της αυθεντικότητας.

Σε όλο το κείμενο παρατηρούμε τη στροφή στο εγώ, μακριά από το οικουμενικό όραμα του ανθρωπισμού της προηγούμενης λογοτεχνικής παραγωγής. Το έργο χτίζεται πάνω σε έννοιες όπως η πείνα, δίψα, ο ήλιος, η ξηρότητα του τοπίου, ο θάνατος, η προδοσία, το ένστικτο της επιβίωσης. Μέσα από την ευθύγραμμη αφήγηση του αυτόπτη μάρτυρα, παρακολουθούμε την επίδραση της ιστορίας μέσα από τη μοίρα και τη ζωή των εννιά ανθρώπων, τη βία και τον παραλογισμό του πολέμου που οδηγεί σε απάνθρωπες συμπεριφορές. Η γλώσσα είναι λιτή, κυριαρχεί το ρήμα. Απουσιάζουν τα καλολογικά στοιχεία. Οι προτάσεις είναι σύντομες και χρησιμοποιείται ιδιαίτερα ο διάλογος, κάτι που προσδίδει στο κείμενο μεγαλύτερη αμεσότητα και δραματικότητα.




Η αφήγηση ξεκινά τοποθετώντας μας στον πυρήνα του χρόνου και του τόπου. Εννιά σύντροφοι, στην καρδιά της Πελοποννήσου από τον Ιανουάριο του 1948 αναζητούν θάλασσα. Παρακολουθούμε την πορεία τους προς αυτήν, ενώ σταδιακά αποδεκατίζονται. Όλα φαίνονται εχθρικά και απειλητικά, ο θάνατος μοιάζει με τη μόνη βεβαιότητα. Μέχρι τον Μάρτιο του 1949 οι σύντροφοι θα παραμείνουν στον Ταΰγετο, ώσπου να επουλωθεί το τραύμα ενός, του Λιαρού. Ο Ζαχαριάς δίνει εντολή διασκορπισμού των συντρόφων οι οποίοι κινούνται προς τη Σπάρτη για δύο μήνες. Εκεί, θα πληροφορηθούν πως ο Ζαχαριάς παραδόθηκε. Στην Αράχοβα, σε μια ρεματιά βυζαίνουν πρόβατα και ο Κωνστανταράς στήνει ενέδρες για να παγιδεύσει λαγούς, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει πυρκαγιά. Οι σύντροφοι με γρήγορες κινήσεις απομακρύνονται από την περιοχή, για να μη συλληφθούν. Το πόδι του Κωνστανταρά πρήζεται και βλέποντας έναν χωρικό, τον πλησιάζει για να ανταλλάξει την αρβύλα του με τη δική του. Ο χωρικός τον περιλούζει μ’ έναν κουβά νερό και ο αντάρτης τον σκοτώνει. Στη συνέχεια, ο 18χρονος αφηγητής μαζί με τον 30χρονο Νικήτα περικυκλώνουν έναν αγωγιάτη με το μουλάρι του και εξοργίζονται που δεν έχει να τους δώσει ένα τσιγάρο. Από αυτόν μαθαίνουν πως η θάλασσα που αντικρύζουν ονομάζεται Άστρος. Στο μεταξύ, καταδιώκονται από στρατό και πολίτες και προσπαθούν διαρκώς να γλιτώσουν. Βρίσκουν ένα φορτηγό, τραυματίζουν τον οδηγό του και ένας από αυτούς, ο Νικήτας, αποπειράται και οδηγάει το όχημα, ενώ ζητά από τον αφηγητή να κάτσει δίπλα του. Έπειτα, ξενυχτάνε σε κάμπους, τρώνε στάχυα όμως εξακολουθούν να διψάνε. Ο αφηγητής μαζί με τον Κουτσό πηγαίνουν να αναζητήσουν νερό. Ο Κουτσός βλέποντας από μακριά γυναικόπαιδα να τρώνε και να πίνουν νερό, ρίχνει τουφεκιές. Επιστρέφουν στους συντρόφους που έχουν ήδη ξεδιψάσει και πίνουν νερό. Ωστόσο, στρατιωτικές δυνάμεις τους στήνουν ενέδρα σε μια βρυσούλα και ο Νικήτας αποφασίζει να αναχωρήσει για τη θάλασσα. Τον ακολουθεί ο Μπρατίτσας. Ο Γυαλής συνοδεύει τον Κωνστανταράκο και ο αφηγητής, όπως και προηγουμένως, τον Κουτσό. Οι δυο τους βλέπουν έναν άντρα έξω από ένα σπίτι και τον πλησιάζουν. Εκείνος τους φιλεύει, τους δίνει να πιουν νερό, τους συμβουλεύει να προστατευτούν και φεύγοντας τους επιτίθεται μαζί με τα δίδυμα παιδιά του, συνομήλικα του αφηγητή, με χειροβομβίδες και τουφεκιές. Ο Κουτσός τραυματίζεται και ζητά από τον αφηγητή-Νάσιο να τον κουβαλήσει στις πλάτες του. Μην αντέχοντας άλλο το βάρος του λιπόθυμου σώματος, ο αφηγητής τον πυροβολεί και συνεχίζει την πορεία του, όταν ξαφνικά συναντά τους υπόλοιπους συντρόφους. Ψήνουν έναν σκαντζόχοιρο, τρώνε καβούρια, ένα φίδι τσιμπάει το Νάσιο, τρυπώνουν σ’ έναν μύλο και τρώνε. Ωστόσο, το πρόβλημα της δίψας παραμένει. Τους στήνουν ενέδρα στη θάλασσα και ο αφηγητής στην προσπάθειά του να γλιτώσει, αφήνει τα παπούτσια του. Η πορεία συνεχίζεται, οι ήρωες είναι περικυκλωμένοι από πολίτες και στρατιώτες, ενώ πυροβολισμοί ακούγονται στον αέρα. Ο Νάσιος μαζί με το Νικήτα συναντούν τον Κωστή και κοιμούνται σε μια τρύπα γεμάτη νυχτερίδες. Την επόμενη μέρα, πηγαίνουν σ’ ένα μοναστήρι αλλά κανείς δεν τους ανοίγει παρ’ όλο που είναι μέσα. Βρίσκουν ένα αυλάκι και ο Μπρατίστας πλησιάζει να πιει νερό, όταν ξαφνικά τον τουφεκίζουν, σκοτώνοντάς τον ακαριαία. Ο Νικήτας παροτρύνει τον αφηγητή να φύγει και αυτοκτονεί. Ο Νάσιος, μόνος, αισθάνεται απελπισμένος και είναι έτοιμος να παραδοθεί. Συναντά μια βρυσούλα. Πλάι της κάθεται μια κοπέλα, η οποία αφού τον ενημερώσει για το μέρος στο οποίο βρίσκεται, φεύγει. Ύστερα από λίγο, καταφθάνει ο στρατός και συλλαμβάνει τον αφηγητή.


#Αν διαπιστώσετε πως υπάρχουν σημεία που το κείμενό μου παρουσιάζει αδυναμίες και ασάφειες παρακαλώ να αφήσετε το σχόλιό σας (δημοσιεύεται απευθείας, δεν χρειάζεται έγκριση) και να με διορθώσετε.  



Βαλτινός Θανάσης, Η κάθοδος των εννιά, εκδ. Έστία, σελ. 73.
 


 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...