Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2013

Το κορίτσι με το σκουλαρίκι, Τρέισι Σεβαλιέ






«Μια υπηρέτρια είναι πάντα τζάμπα» (325)

Η συγγραφέας εμπνέεται από τον γνωστό για το αινιγματικό του ύφος πίνακα του ζωγράφου Γιοχάνες Βερμεέρ «Το κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι»  και στήνει μια όμορφη ιστορία με λεπτό ερωτισμό για το τέλος της αθωότητας, το τίμημα του ιδεαλισμού της τέχνης και την κοινωνική κριτική που επιφέρει. Mέσα από το έργο διαφαίνονται οι θρησκευτικές (καθολικοί- προτεστάντες) και οι ταξικές (πλούσιοι-φτωχοί)  διαφορές της εποχής.
Το μυθιστόρημα τοποθετείται στα μέσα του 17ου αιώνα στο Ντελφτ της Ολλανδίας, όπου έζησε ο ζωγράφος Βερμεέρ με τη σύζυγό του Καταρίνα και τα 5 παιδιά του. Ο καλλιτέχνης μένει επιπλέον μαζί με την πεθερά του, Μαρία Θίνς, μια αυταρχική και πανέξυπνη γυναίκα που επιβλέπει τα πάντα και διαχειρίζεται τα οικονομικά του σπιτιού, καθώς και την αφοσιωμένη 28χρονη υπηρέτρια Τάνεκε που την χαρακτηρίζει η κυκλοθυμία. Ανάμεσα σ’ αυτήν την καθολική οικογένεια θα βρεθεί η Χριτ ως υπηρέτρια για να εξασφαλίσει στην οικογένειά της τα αναγκαία για να ζήσει. Οι αρμοδιότητές της είναι μεταξύ άλλων να καθαρίζει το εργαστήριο του ζωγράφου χωρίς να μετακινεί τα αντικείμενα, μετρώντας προσεκτικά τις αποστάσεις των πραγμάτων, όπως έκανε όταν ήταν στο πατρικό της με τον αόμματο τεχνίτη πορσελάνης πατέρα της. Ο τελευταίος σε ένα εργατικό ατύχημα χάνει τα μάτια του και τα οικονομικά της οικογένειας δυσχεραίνουν. Μέσα στο εργαστήριο η Χριτ αισθάνεται πως έρχεται σ’ επαφή μ’ ένα άλλο, διαφορετικό κόσμο, εκείνο των χρωμάτων και της ζωγραφικής που λειτουργεί σταδιακά σαν ένα καταφύγιο. Την ώρα που καθάριζα το εργαστήριο δραπέτευα απ’ όλους αυτούς (80). Η υπηρέτρια δεν καθαρίζει διεκπεραιωτικά το ατελιέ του ζωγράφου αλλά η επαφή της με το χώρο γίνεται μυσταγωγικά, σαν το τυπικό μιας ιεροτελεστίας. Μετρούσα το καθετί σε σχέση με τα υπόλοιπα πράγματα γύρω του, καθώς και τις αποστάσεις μεταξύ τους. Τα μικρά αντικείμενα πάνω στο τραπέζι ήταν ευκολότερα από τα έπιπλα- εκεί χρησιμοποιούσα όχι μόνο τα δάχτυλα και τα χέρια, αλλά και τα πόδια, τα γόνατα, ακόμα και τους ώμους ή το πιγούνι μου, για τις καρέκλες (55)// Συνήθισα τόσο πολύ τα αντικείμενα σ’ εκείνη τη θέση, που δεν αντέχω στην ιδέα να τα κουνήσω (104). Η 16χρονη κοπέλα είναι ιδιαίτερα προσεκτική αλλά και ευφυής: αντιλαμβάνεται ότι το ενδεχόμενο να καθαρίσει τα τζάμια του χώρου θα αλλάξουν το φωτισμό και επομένως το φως στη ζωγραφική του Βερμεέρ. Αναλαμβάνει να τα καθαρίζει μόνο μετά από την ολοκλήρωση ενός έργου, που στο μεταξύ διαρκούσε αρκετούς μήνες. Κάθε Κυριακή η Χριτ έπαιρνε άδεια και επισκέπτονταν την προτεσταντική οικογένειά της. Ο πατέρας της της ζητούσε να του περιγράφει τους πίνακες που φιλοτεχνούσε κάθε φορά ο Βερμεέρ και της υπενθύμιζε τη σπουδαιότητα  των στιγμών της μέσα στο εργαστήριο του καλλιτέχνη.«Αυτό είναι το κέρδος από την καινούργια σου ζωή, Χριτ. Η στιγμή που μπαίνεις στο ατελιέ» (74). Με τον καιρό η νεαρή αισθάνεται ότι χάνει ένα κομμάτι του παλιού της εαυτού. Όντας αποκομμένη από τη παλιά της οικογένεια, αρχίζει να προσαρμόζεται στο νέο της σπίτι, να συνηθίζει τα πρόσωπα που την περιβάλλουν κι όλα να της φαίνονται ανοίκεια έξω απ’ αυτό. «Πού μένουν οι δικοί σου;» «Στην οδό Άουντε Λάνγκντεκ, στη συνοικία των Καθολικών». «Όχι, όχι, εννοώ τη δική σου οικογένεια» Κοκκίνισα με το λάθος μου (93)// Δεν ήταν εύκολες αυτές οι επισκέψεις. Ανακάλυψα ότι μετά τις Κυριακές που είχα λείψει λόγω της καραντίνας, ένιωθα το πατρικό μου σπίτι σαν ξένο. Άρχισα να ξεχνάω πού έβαζε η μητέρα μου διάφορα πράγματα, πώς ήταν τα πλακάκια γύρω απ’ το τζάκι, πώς έπεφτε ο ήλιος στα δωμάτια διάφορες ώρες της μέρας. Μετά από λίγους μόλις μήνες μπορούσα να περιγράψω το σπίτι της Άουντε Λάνγκντεκ καλύτερα από το δικό μας (112). Στις αρμοδιότητες της εκτός από την καθαριότητα είναι και τα ψώνια στην αγορά: εκεί συναντά σχεδόν καθημερινά το γιο του χασάπη απ’ όπου αγόραζαν κρέας οι Βερμεέρ, Πίτερ, που την πολιορκεί ερωτικά. Με τον καιρό γνωρίζεται με την οικογένεια της Χριτ που λόγω της δύσκολης οικονομικής της θέσης καλοβλέπει το ενδεχόμενο ενός γάμου. Παράλληλα, ο ζωγράφος διακρίνει την εξυπνάδα και την καλλιτεχνική κλίση της υπηρέτριας και σταδιακά τη μυεί στον κόσμο του. Της δίνει έναν απαγορευμένο και μυστικό ρόλο, αυτό της βοηθού του, αργότερα του μοντέλου και τέλος του κριτικού της τέχνης του. Δεν είχα ξαναδεί να φτιάχνεται από την αρχή ένας πίνακας. Πίστευα πως ζωγραφίζεις ό,τι βλέπεις, βάζοντας τα αντίστοιχα χρώματα. Όμως αυτός μου έμαθε άλλα (144). Σταδιακά καταφέρνει να την εγκλωβίσει μέσα στον ιδεαλιστικό του κόσμο και η Χριτ όντας κρυφά ερωτευμένη μαζί του, υποτάσσεται σε κάθε του θέλημα και ταπεινώνεται. Δεν ήθελα να τον φαντάζομαι σε τέτοιες στιγμές, μαζί με τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Προτιμούσα να τον σκέφτομαι μόνο του στο εργαστήριο. Ή μάλλον, μόνο του στο εργαστήριο μαζί μου (114)//Ύστερα πρόσθεσε λίγα λόγια στα λατινικά, που δεν κατάλαβα, αλλά δε μ’ ένοιαξε- μου έφτανε ν’ ακούω την ήρεμη, σιγανή φωνή του, που με ηρεμούσε (116)// Ο κύριος έστρεψε πάνω μου τα γκρίζα μάτια του. Το βλέμμα του ήταν ψυχρό. Ένιωσα να ζαλίζομαι, σαν να σηκώθηκα πολύ απότομα από κάποια καρέκλα (119)// Έκανα όπως μου είπε. Με μελετούσε. Είχε αρχίσει να ενδιαφέρεται πάλι για μένα (127)// Τις ώρες που ήταν κι εκείνος στη σοφίτα, το κρύο μ’ ενοχλούσε λιγότερο. Όσο στεκόταν δίπλα μου, ένιωθα τη ζεστασιά του δικού του κορμιού (157)//  Θυμήθηκα το χέρι του κυρίου μου πάνω στο δικό μου, τότε που μου ΄δειχνε πώς να τρίβω το ελεφαντόδοντο, κι ανατρίχιασα (170)// «Χριτ», είπε τρυφερά. Δεν ήταν ανάγκη να πει περισσότερα. Τα μάτια μου πλημμύρισαν δάκρυα που δεν μπορούσα να χύσω. Τώρα ήξερα. «Αυτό είναι. Μην κουνιέσαι». Ήξερα πως θα με ζωγράφιζε (239)// Θα έκανα οτιδήποτε μου ζητούσε (267)// Δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτ’ άλλο από τα δάχτυλά του στο λαιμό μου, τον αντίχειρά του στο στόμα μου (292). Ταυτόχρονα, οι διαδόσεις στην πόλη είναι έντονες και σχετίζονται με τη θέση της Χριτ στο σπίτι του ζωγράφου και το ύποπτο ενδιαφέρον ενός πλούσιου επιφανή συλλέκτη, του Φαν Ράιβεν, ο οποίος στο παρελθόν είχε αφήσει μια υπηρέτρια έγκυο κατά τη διάρκεια της ζωγραφικής αναπαράστασης των δύο από τον ζωγράφο Βερμεέρ. Ο Ράιβεν ζητά επίμονα να τον ζωγραφίσει ο καλλιτέχνης μαζί με την Χριτ, θέλοντας να την κάνει δική του. Παρ’ όλα αυτά η Μαρία Θινς, που κλείνει τις συμφωνίες του ζωγράφου, καταφέρνει να προστατέψει την Χριτ και υπόσχεται στο συλλέκτη το προσωπικό της πορτρέτο. Η κτητική συμπεριφορά του Ράιβεν εξάπτει την προστατευτικότητα του ζωγράφου, κάτι που εξοργίζει τη σύζυγό του και ενοχλεί τα υπόλοιπα μέλη του σπιτιού. Ύστερα από παράκληση του Βερμεέρ, η Χριτ ποζάρει αντιλαμβανόμενη την ταπείνωση που θα επέφερε αυτό το εγχείρημα. Το ενδιαφέρον του γι’ αυτήν κρατά όσο και ο χρόνος που χρειάστηκε για να φιλοτεχνήσει το πορτρέτο της. Τώρα που είχε τελειώσει ο πίνακας, δε με ήθελε πια (293)// Ύστερα όμως κατέληξα στο συμπέρασμα πως ανέκαθεν τον ενδιέφερε περισσότερο το πορτρέτο μου παρά εγώ η ίδια (310). Όπως σε κάθε του έργο, έτσι και στην προσωπογραφία της υπηρέτριας ο Βερμεέρ ήθελε να την ολοκληρώσει προσδίδοντας το στοιχείο της ετερότητας και της τελειότητας, αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Ζητά από την όμορφη υπηρέτρια να τρυπήσει τ’ αυτιά της- μια οδυνηρή διαδικασία για την κοπέλα- και της φορά κρυφά τα μαργαριταρένια σκουλαρίκια της Καταρίνα. Μόνο έτσι, σύμφωνα με τον ίδιο, ο πίνακας θα ήταν ολοκληρωμένος και θα είχε τη λάμψη που του έλειπε. Η Καταρίνα ανακαλύπτει το πορτρέτο, και ύστερα από μια έξαρση θυμού και οργής αποβάλλει το έβδομο παιδί της (έχει μεσολαβήσει άλλη μια γέννα). Στο μεταξύ η Χριτ εγκαταλείπει το σπίτι της οικογένειας του ζωγράφου. Ο χρόνος μετατοπίζεται δέκα χρόνια μετά, όταν η Χριτ είναι πλέον παντρεμένη με τον Πίτερ και έχει αποκτήσει δύο μικρά αγόρια. Εργάζεται στο χασάπικο, εκεί όπου δέχεται την απρόσμενη πρόσκληση της υπηρέτριας Τάνεκε να πάει στων Βερμεέρ. Ο ζωγράφος έχει πεθάνει αφήνοντας πίσω του έντεκα παιδιά και χρέη. Η πρώην υπηρέτρια καταφθάνει στο σπίτι των Βερμεέρ, όπου ανοίγεται η διαθήκη του καλλιτέχνη: ο εκλιπών ζητά να δοθούν τα μαργαριταρένια σκουλαρίκια της Καταρίνα στην Χριτ. Η τελευταία, πληρώνοντας το τίμημα της αθωότητάς της, αποδέχεται τα σκουλαρίκια κι αμέσως τα πουλάει. Με τα χρήματα που εξασφαλίζει ξεχρεώνει τον ανοιχτό λογαριασμό που είχαν αφήσει οι Βερμεέρ στο σύζυγό της προτού εγκαταλείψει το σπίτι τους, σβήνοντάς έτσι κάθε συναλλαγή με την οικογένεια αυτή και διαγράφοντας τις μνήμες του παρελθόντος.


Σεβαλιέ Τρέισυ, Το κορίτσι με το σκουλαρίκι, μτφ. Θεοφανώ Καλογιάννη, εκδ. Ωκεανίδα, σελ. 325.



2 σχόλια:

  1. Πόσο μου είχε αρέσει! Ακόμα μπορώ και ανακαλώ την αίσθηση...
    Την ταινία δε θέλησα να δω λόγω Γιόχανσον.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Την ταινία δεν έτυχε να την δω, αν και θα το θελα πολύ.
      Το βιβλίο από τα αγαπημένα, ρομαντικό και ατμοσφαιρικό.

      Διαγραφή
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...