Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

Τοστ ζαμπόν, Τσαρλς Μπουκόφσκι



«Νομίζω πως οι οικογένειές μας μας είχαν προσφέρει ελάχιστη αγάπη, κι εμείς δε ζητούσαμε αγάπη ή τρυφερότητα από κανέναν» (99).


Βιωματικότητα είναι η λέξη που θα χρησιμοποιούσα για να χαρακτηρίσω το Τοστ Ζαμπόν. Εδώ ο συγγραφέας  του, Τσάρλς Μπουκόφσκι,  συμπλέκει την εμπειρία με τη γραφή τόσο, ώστε τα μεταξύ τους όρια να είναι δυσδιάκριτα. Μας δίνει μια μυθιστορηματική αυτοβιογραφία που ξεκινά από τη γέννηση του ήρωά του Χένρυ και φτάνει μέχρι και λίγο μετά την ενηλικίωσή του.

Μέσα από τη γραφή ο Μπουκόφσκι προσπαθεί να κρατηθεί και να ελευθερωθεί από τα τραύματα της παιδικής του ηλικίας. Γράφει μηδενιστικά, οργίζεται με ό,τι δεσμεύει την ανθρώπινη ελευθερία και παράλληλα αγαπά το σώμα που βασανίζεται. Το λεξιλόγιο είναι προσβλητικό και άσεμνο, ενώ ταυτόχρονα κυριαρχεί το χιούμορ.

Το μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης διαδραματίζεται στην Αμερική κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’30, μετά το οικονομικό κραχ και την εκτόξευση της ανεργίας και της φτώχειας στα ύψη.

Ο α΄ πρόσωπος αφηγητής, Χένρυ Τσινάσκι (προσωπείο του συγγραφέα του οποίου το πραγματικό όνομα είναι Χάινριχ Καρλ Μπουκόφσκι) είναι ένα μοναχοπαίδι που μεγαλώνει σε μια πατριαρχική οικογένεια: ο πατέρας του είναι ιδιαίτερα συντηρητικός, αυταρχικός και επιβάλλεται λεκτικά και σωματικά τόσο στον ίδιο όσο και στην πειθήνια μητέρα του. Τον ενδιαφέρει η κοινωνική κριτική και θέλει η οικογένειά του να συμβαδίζει με τα κοινωνικά πρότυπα της εποχής. Το οικογενειακό σχήμα. Η συντριβή της κακοδαιμονίας μέσω της οικογένειας. Και το πίστευε. Πάρε την οικογένεια, ανακάτεψέ την με λίγο Θεό και Πατρίδα, πρόσθεσε δέκα ώρες δουλειά τη μέρα, και θα ‘χεις ό,τι χρειάζεται (215). Ο Χένρυ ως παιδί υπήρξε μοναχικό, λιγομίλητο και υπεροπτικό σύμφωνα με τις επιταγές του πατέρα του. Δεν έπαιζε με τα φτωχά παιδιά της γειτονιάς, γιατί κάτι τέτοιο ήταν απαγορευτικό εξαιτίας της μεγαλομανίας των γονιών του. Στο σχολείο είναι ανεπιθύμητος για τους συμμαθητές του, οι οποίοι τον έχουν στο περιθώριο, τον περιγελούν και τον χτυπούν. Μεγαλώνοντας θα χτίσει την άμυνά του διαμορφώνοντας επιθετική συμπεριφορά και συχνά θα βρεθεί σε καβγάδες με ξυλοδαρμούς. Αισθάνεται ότι η βία είναι το μέσο για να κερδίσεις αν όχι τη συμπάθεια, το σεβασμό του άλλου. Παράλληλα, ο πατέρας του τον κακομεταχειρίζεται και τον μαστιγώνει για παραδειγματισμό: κάτι στο οποίο σταδιακά θα συνηθίσει ο Χένρυ, χωρίς να διακρίνει το σωστό από το λάθος. Ένιωσα πως κι ο ήλιος ακόμη ανήκε στον πατέρα μου, πως δεν είχα κανένα δικαίωμα πάνω του αφού έλαμπε στο σπίτι του πατέρα μου. Ήμουν σαν τα τριαντάφυλλά του, κάτι που ανήκε σ’ εκείνον κι όχι σ’ εμένα…(40)// Αυτό που υπήρχε ήταν μονάχα ο πατέρας μου και το λουρί, το λουρί κι εγώ (74)// Είχα σχηματίσει την εντύπωση πως έτσι κι αλλιώς θα μ’ έδερνε, οπότε καλύτερα να το διασκέδαζα τουλάχιστον (93). Ύστερα από παρότρυνση του γιονιού του, γράφεται σε γυμνάσιο όπου φοιτούν πλουσιόπαιδα κάτι που εντείνει το αίσθημα κατωτερότητας που νιώθει. Έμαθα πως οι πλούσιοι μυρίζουν τη βρώμα των φτωχών και μαθαίνουν να τη βρίσκουν κάπως διασκεδαστική[…]Ο πλούτος σήμαινε θρίαμβο [..] (216). Ο πατέρας του χάνει τη δουλειά του και η οικογένεια δυσκολεύεται να εξασφαλίσει τα αναγκαία για να ζήσει. Παράλληλα, μια βαριάς μορφής ακμή παρουσιάζεται στον Χένρυ και σταματά προσωρινά το γυμνάσιο (για ένα χρόνο). Ακολουθούν αλλεπάλληλες επισκέψεις στο νοσοκομείο με επώδυνες αλλά προσωρινές μόνο θεραπείες. Πρώτα απ’ όλα, και στην καλύτερη περίπτωση, η βελόνα θα μου άφηνε σημάδια για όλη μου τη ζωή. Αυτό ήταν αρκετό, μα δεν μεπολυαπασχολούσε. Εκείνο που με βασάνιζε, ήταν πως δεν ήξεραν τι έπρεπε να μου κάνουν (151)// Στο δρόμο της επιστροφής κάθισα πίσω στο λεωφορείο μεσ’ απ’ το άνοιγμα του μπανταρισμένου κεφαλιού μου. Ο κόσμος με κοίταζε, μα δεν έδινα δεκάρα πια. Στα μάτια τους υπήρχε τώρα περισσότερος φόβος παρά αηδία. Ευχήθηκα να ‘μενα έτσι για πάντα (160). Εκεί, ερωτεύεται μια νεαρή και ευγενική νοσοκόμα.  Η δεσποινίς Άκερμαν με πλησίασε, μου είπε να γυρίσω, το ξανάναψε κι έφυγε. Ήταν ο πιο ευγενικός άνθρωπος που είχα συναντήσει μέσα σε οχτώ χρόνια (151)// Ο έρωτάς μου γι’ αυτήν δεν ήταν σεξουαλικός. Το μόνο που ήθελα, ήταν να με κλείσει μέσα στα κολλαριστά λευκά της και να χαθούμε μαζί για πάντα από τον κόσμο (158). Το πρόβλημα της ακμής τον σημαδεύει. Τον κλείνει περισσότερο από ποτέ στον εαυτό του με την εικόνα του οποίου αηδιάζει, ντρέπεται και αποστρέφεται τον κόσμο. Αρχίζει να γράφει, για να λυτρωθεί από τα τραύματα της ψυχής του. Μου έκανε καλό να γράφω γι’ αυτόν. Ο καθένας, χρειάζεται κάποιον. Κι αν δεν τον βρεις γύρω σου, πρέπει να τον κατασκευάσεις, να τον κάνεις όπως πρέπει να ‘ναι ένας άντρας. Αυτό δεν είναι ούτε παραμύθι ούτε απάτη. Ο άλλος τρόπος είναι παραμύθι και απάτη: να ζεις δηλαδή μια ζωή δίχως έναν τέτοιο άνθρωπο πλάι σου (164). Το διάστημα αυτό επισκέπτεται τακτικά την πλησιέστερη βιβλιοθήκη και έρχεται σε επαφή με τη λογοτεχνία. Διαβάζει Λώρενς, Χάξλεϋ, Ντος Πάσος, Άντερσον, Ντράιζερ, Χέμινγουη, Τουργκένιεφ, Ντοστογιέφσκυ.Ύστερα έπαιρνα το πορτατίφ, τρύπωνα κάτω απ’ την κουβέρτα, τραβούσα μέσα και το μαξιλάρι, στήριζα πάνω του το βιβλίο και διάβαζα κάτω απ’ τα σκεπάσματα. Έκανε ζέστη εκεί. Το πορτατίφ έκαιγε και είχα πρόβλημα με την αναπνοή. Σήκωνα τα σκεπάσματα για να πάρω αέρα. «Επ! Βλέπω φως! Χένρυ, έσβησες το φως;»[…] Όταν η αλήθεια κάποιου άλλου είναι ίδια με τη δική σου και μοιάζει να τη λέει μονάχα για σένα, είναι εκπληκτικό (169). Ο άνεργος πατέρας του ύστερα από επιτυχία σε εξετάσεις, βρίσκει δουλειά ως φύλακας σε Μουσείο. Η μητέρα του εργάζεται περιστασιακά ως οικιακή βοηθός. Επιστρέφει στο γυμνάσιο, κερδίζει το πρώτο μετάλλιο χειρισμού όπλου και το πετά αδιάφορα σ’ έναν υπόνομο. Αρχίζει να πίνει ύστερα από συναναστροφές με παιδιά προβληματικών οικογενειών (καταχρήσεις, αυτοκτονίες). Μετά την αποφοίτησή του και παρά την ανεργία βρίσκει δουλειά σ’ ένα πολυκατάστημα στο τμήμα παραδόσεων εμπορευμάτων και ένδυσης. Την χάνει εξαιτίας της συμπλοκής του με παλιούς συμμαθητές του. Λίγο αργότερα φοιτεί σε πανεπιστήμιο του Λος Άντζελες, καθώς ο πατέρας του ντρεπόταν για τον άνεργο γιο του και θεωρούσε ότι τουλάχιστον μέσα από τις σπουδές θα κέρδιζε το σεβασμό των άλλων. Θ’ ακολουθήσει την κατεύθυνση της δημοσιογραφίας μιας και του αρέσει να γράφει κείμενα. Εκεί, γνωρίζεται με τον συμφοιτητή του Ρόμπερτ Μπέκερ που φιλοδοξεί να γίνει συγγραφέας. Ο Μπέκερ τον γνωρίζει στους φίλους του-ανθρώπους του περιθωρίου- και τους νικά σε αγώνα αντοχής αλκοόλ κερδίζοντας τα χρήματά τους. Στη σχολή τον θεωρούν Ναζιστή και υποβλέπουν τις κινήσεις του, εξαιτίας της γερμανικής του καταγωγής. Ο πατέρας του ανακαλύπτει τα γραπτά του και τον διώχνει από το σπίτι πετώντας στο δρόμο τα ρούχα του, τη γραφομηχανή του και σκορπίζοντας τα κείμενά του. Με τα λιγοστά χρήματα που του δίνει η μητέρα του νοικιάζει ένα δωμάτιο σε μια παρακμιακή πανσιόν, όπου έρχεται σ’ επαφή με ανθρώπους του περιθωρίου, μεθοκοπά συστηματικά και δημιουργεί φασαρίες. Κερδίζει χρήματα μέσα από τα χαρτιά και αγώνες αντοχής αλκοόλ. Το σκάει από το δωμάτιο που διατηρεί αφήνοντας πίσω του υλικές ζημιές και χτυπώντας έναν άνθρωπο. Στη συνέχεια, βρίσκει ένα φτηνό δωμάτιο και εκεί βυθίζεται στο αλκοόλ. Παρατά τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο. Ξανασυναντά τον Μπέκερ όπου πίνουν σ’ ένα μπαρ, όταν ακούν την είδηση της επιστράτευσης για τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Χένρυ τον συνοδεύει ύστερα από παράκλησή του, καθώς ήταν ορφανός. Τέλος, μετρώντας τα λιγοστά χρήματα που του έχουν απομείνει, πηγαίνει σ’ ένα μαγαζί με ηλεκτρονικά παιχνίδια. Παίζει μαζί μ’ ένα μικρό Μεξικανό και την πρώτη φορά τον αφήνει να κερδίσει. Τη δεύτερη φορά, κι ενώ θέλει να κερδίσει, νικιέται.

Ο Χένρυ, ένας άλλος Ξένος για την εποχή του (δεν κατανοεί τους θεσμούς, την κοινωνία, τη ματαιότητα των πολέμων), είναι ένας ήρωας πραγματικά αληθινός, σκληρός και ευαίσθητος μαζί.

Θέλει να προστατεύσει ένα μικρό γατί από την επίθεση ενός μπουλντόγκ που στήνουν παιδιά της γειτονιάς, για να γελάσουν μικροί και μεγάλοι και λίγο αργότερα τον βλέπουμε να ταΐζει ένα μικρό γατάκι που το βρίσκει αδύνατο. Στις μικρές αυτές αδύναμες υπάρξεις, αναγνωρίζει ένα κομμάτι του εαυτό του. Παράλληλα, αποφεύγει την πρόταση της μητέρας του φίλου του, Κλαίρης, για να συνευρεθούν (αν και το επιθυμεί), ενώ προς το τέλος του μυθιστορήματος αποστασιοποιείται από την καθηγήτρια των Αγγλικών που του υπόσχεται να του δώσει τα πάντα σε περίπτωση που δεν εγκαταλείψει τις σπουδές του. Ακόμη, αφού σπάσει την πόρτα του διπλανού διαμερίσματος εξαιτίας της δυνατής μουσικής που ακούγεται απ’ αυτό και πιάσει επ αυτοφώρω ένα ζευγάρι να κάνει έρωτα, αποσύρεται κι ύστερα από λίγο λυπημένος για την αδιακρισία του, τους χτυπά ήρεμα την πόρτα ρωτώντας τους αν θέλει να τους κεράσει ένα ποτό. Επιπλέον, κατανοεί τη μοναχικότητα του ορφανού ναύτη φίλου του Μπέκερ και τον συνοδεύει στη βάση επιστράτευσης για τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Τέλος, αφήνει το μικρό Μεξικανάκι με τον ελαττωματικό μποξέρ να τον κερδίσει.
Τον χαρακτηρίζει η αμφιθυμία: από τη μια πλευρά επιθυμεί διακαώς τη μοναχικότητα κι από την άλλη η ίδια αυτή μοναχικότητα κρύβει τη βαθιά του ανάγκη για συντροφικότητα. Τη δίψα του να γίνει αποδεκτός, αρεστός, αγαπητός από τους άλλους.

#Το Τοστ Ζαμπόν είναι ένα έργο συγκλονιστικό που ανέλπιστα με ενθουσίασε,μ’ έκανε να γελάσω δυνατά, με συγκίνησε. Πίσω από την αθυροστομία του συγγραφέα κρύβεται μια βαθιά πληγωμένη ψυχή που προσπαθεί να ανδρωθεί και ταυτόχρονα να λυθεί απ’ τα παιδικά τραύματα. Ένα παιδί που δεν πήρε αγάπη και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν ενδιαφέρεται και να δώσει. Όλα του είναι αδιάφορα.
#Νομίζω πως ο τίτλος αδικεί το περιεχόμενο του βιβλίου και προφανώς αναφέρεται στο κολατσιό που έπαιρνε ο ήρωας μαζί του στο σχολείο.
#Δεν μπορώ να κρύψω ότι διάβαζα και ξαναδιάβαζα την αφιέρωση του βιβλίου ¨Σε όλους τους πατεράδες¨…Πόσο καθοριστικό ρόλο έπαιξε η βίαιη πατρική φιγούρα στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του… Εγώ, ως αναγνώστρια του βιβλίου,  θα το αφιερώσω σε όλους τους γονείς που φέρνουν στον κόσμο τα παιδιά του αύριο, τα πλάθουν και γράφουν ανεξίτηλα πάνω στις άγραφες, χάρτινες παιδικές τους ψυχούλες.


Μπουκόφσκι Τσαρλς, Τοστ ζαμπόν, μτφ. Μπλάνας Γιώργος, εκδ. γράμματα, σελ. 317

2 σχόλια:

  1. Άλλη μια γυναίκα στην βιβλιομπλογκόσφαιρα.Καλώς την,καλώς την,καλώς την!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ναι αγαπημένη μου Βιβή,
      καλώς βρισκόμαστε :-)!

      Διαγραφή
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...