Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2013

Ο ξένος, Αλμπέρ Καμύ









«Στην κοινωνία μας, κάθε άνθρωπος που δεν κλαίει στην κηδεία της μάνας του ρισκάρει να καταδικαστεί σε θάνατο»
Δήλωση του Αλμπέρ Καμύ σε μια τελευταία συνέντευξή του πριν βρει θάνατο το 1960 σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Τρία χρόνια νωρίτερα, στις 17 Οκτωβρίου του 1957 βραβεύεται με το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το έργο του που φέρνει στην επιφάνεια τα προβλήματα που στις μέρες μας έχουν τεθεί στη συνείδηση των ανθρώπων.

Όπως αναφέρεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, ο Ξένος είναι η μυθιστορηματική απεικόνιση του φιλοσοφικού συστήματος του παράλογου, όπως διατυπώθηκε στο «Μύθο του Σίσυφου»: ο άνθρωπος τη στιγμή που πρόκειται να κάνει κάτι, παρατηρεί συχνά ότι μπορεί να κάνει το ένα ή το άλλο και του είναι αδιάφορο ποιο τελικά δρόμο θα ακολουθήσει. Δεν έχει ψευδαισθήσεις για τις καθιερωμένες αξίες και φέρεται σαν η ζωή να μην έχει νόημα.
Ο Καμύ προβάλλει μέσα από το πρόσωπο που δημιουργεί τη συνειδητοποίηση του α-νόητου και ανώφελου της ζωής που μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στην αναζήτηση της προσωπικής του ευτυχίας.
Απάντησα ότι δεν αλλάζεις ποτέ ζωή, ότι εν πάση περιπτώσει όλες άξιζαν κι ότι η δική μου εδώ πέρα δε μου ήταν καθόλου δυσάρεστη (50)// Με συνέπαιρνε πάντα αυτό που επρόκειτο να συμβεί, το σήμερα ή το αύριο (103) // Εν πάση περιπτώσει δεν ήμουνα σίγουρος για το τι μ’ ενδιέφερε πραγματικά, αλλά ήμουνα απολύτως σίγουρος γι’ αυτό που δε μ’ ενδιέφερε (117).

Ο ήρωας και αφηγητής Μερσώ, είναι ένας υπάλληλος γραφείου στο Αλγέρι. Είναι έξυπνος (του δίνεται η ευκαιρία να διαπρέψει επαγγελματικά στο Παρίσι και την αρνείται), εμφανίσιμος κι ελκυστικός (δεν είναι λίγες οι σκηνές που διαφαίνεται έντονα ο ερωτισμός και η  σεξουαλικότητα με την σύντροφό του Μαρί στη θάλασσα). Ωστόσο, ο ίδιος φαίνεται να είναι αδιάφορος και ταυτόχρονα παθητικός απέναντι σε καθετί που αφορά τον ίδιο και δεν έχει διάθεση να βελτιώσει ή να αλλάξει κάτι στη ζωή του
Ήθελα να της πω ότι δεν έφταιγα εγώ, αλλά κρατήθηκα γιατί σκέφτηκα ότι το είχα ήδη πει στον προϊστάμενό μου. Αυτό δε σήμαινε τίποτα. Όπως και να ’χει το πράγμα πάντα είσαι λίγο πολύ φταίχτης// Κι όπως δεν έλεγα τίποτα, με ρώτησε αν θα μ’ ενοχλούσε να το κάνω αμέσως κι εγώ απάντησα πως όχι (30).
Όσο αδιάφορος παρουσιάζεται σε σχέση με την ύπαρξή του, άλλο τόσο αποδεικνύεται απέναντι στην κοινωνία και τους θεσμούς της από τους οποίους δεν πείθεται σαν ένας ξένος : 
-Οικογένεια: Το άσυλο μου είχε φανεί κάτι το φυσικό αφού δεν είχα αρκετά χρήματα για να πάρω κάποιον να περιποιείται τη μαμά. «Εξάλλου» πρόσθεσα, «είχε περάσει πολύς καιρός που εκείνη δεν είχε τίποτα πια να μου πει και μόνη της βαριότανε (54) // Όλα τα υγιή άτομα είχαν λίγο πολύ ευχηθεί το θάνατο εκείνων που αγαπούσαν (71)
-Γάμος: Είπα ότι μου ήταν αδιάφορο και θα μπορούσαμε να το κάνουμε αν το ήθελε […] Εξάλλου, εκείνη ήταν που ήταν που το ζητούσε κι εγώ είπα ευχαρίστως ναι. Τότε εκείνη παρατήρησε πως ο γάμος ήταν κάτι σοβαρό. Εγώ απάντησα «όχι» (50) 
-Φιλία: Μου ήταν αδιάφορο αν ήμουνα φίλος του, αυτός όμως, με το ύφος του, έδειχνε στ’ αλήθεια ότι το ήθελε πολύ (42)
-Θρησκεία: Όμως με διέκοψε και με παρότρυνε για τελευταία φορά στητός και ολόρθος, να πω αν πίστευα στο Θεό. Απάντησα όχι […] «Θέλετε» φώναξε, «να μην έχει η ζωή μου νόημα»; Κατά τη γνώμη μου αυτό δε μετρούσε και του το είπα (72) //Του είπα ότι δεν ήξερα τι σήμαινε αμαρτία (119) 
-Δικαιοσύνη: Πάντα κατά τη γνώμη του, ένας άνθρωπος που σκότωνε ηθικά τη μητέρα του, έπρεπε να αποκοπεί από την κοινωνία των ανθρώπων[..] (104) //Άλλες φορές, παραδείγματος χάρη, έφτιαχνα νομοσχέδια. Αναμόρφωνα τις ποινές. Είχα παρατηρήσει ότι το ουσιαστικό ήταν να δοθεί μια ευκαιρία στον καταδικασμένο. Ακόμα και μία στις χίλιες αυτό θ’ αρκούσε για να διορθώσει τα πράγματα (112).

Ο Ξένος αποτελείται από δύο μέρη: στο πρώτο μέρος παρουσιάζεται η ζωή του κεντρικού ήρωα Μερσώ πριν το έγκλημα, ενώ στο δεύτερο η ζωή μετά από αυτό.
Το πρώτο μέρος ξεκινά με το τηλεγράφημα του θανάτου της μητέρας του αφηγητή στο γηροκομείο όπου διέμενε. Ο αφηγητής και πρωταγωνιστής ζητά άδεια από τη δουλειά του και παίρνει το λεωφορείο για να παρευρεθεί στη κηδεία. Φτάνοντας στο άσυλο αρνείται να δει το πτώμα της γυναίκας προκαλώντας την εντύπωση του θυρωρού, του διευθυντή και αργότερα των υπαλλήλων του γραφείου κηδειών. Μαζί με το θυρωρό και δέκα τροφίμους ξενυχτάνε τη νεκρή. Το πρωί  ο Μερσώ μαζί με τον διευθυντή του γηροκομείου, την προϊσταμένη νοσοκόμα, τον αγαπητικό της μητέρας γέρο Περέζ, τον ιερέα και τους νεκροθάφτες κατευθύνονται σε πομπή, για να κηδέψουν τη μητέρα. Ωστόσο, εκείνο που προκαλεί εντύπωση είναι οι σκέψεις του ήρωα: φαίνεται να αντιμετωπίζει το θάνατο της μητέρας του σαν κάτι το λογικό και αναμενόμενο με αποτέλεσμα το μυαλό του να βρίσκεται σε δευτερεύουσες σκέψεις, όπως για παράδειγμα την αντίδραση του προϊστάμενού του για την χορήγηση της άδειας, το περπάτημα μέσα στο καυτό πρωινό, τη γρήγορη πορεία του Περέζ μέχρι την εκκλησία και τη λιποθυμία του, τα λόγια της προϊσταμένης για τυχόν κρύωμα από τον ιδρώτα που έριξαν μέχρι να φτάσουν στην εκκλησία. Την επόμενη μέρα της επιστροφής του στο Αλγέρι αποφασίζει να πάει για μπάνιο στη θάλασσα. Εκεί συναντά μια παλιά δακτυλογράφο του γραφείου, τη Μαρί Καρντόνα, και συνδέεται μαζί της ερωτικά. Το ίδιο βράδυ πηγαίνουν στο σινεμά για να παρακολουθήσουν μια κωμωδία. Έπειτα, όλα επιστρέφουν στην κανονικότητα τους: η δουλειά στο γραφείο, η έξοδος για φαγητό στου Σελέστ, η γειτνίαση με τον γέρο-Σαλαμάνο και το σκύλο του αλλά και τον προαγωγό Ραιημόν Σιντές. Για χάρη του τελευταίου ο Μερσώ συντάσσει ένα ερωτικό γράμμα προς την πρώην Μαυριτανή ερωμένη του. Μετά τον ξυλοδαρμό της από τον Ραιημόν και σε συνεννόηση μαζί του, θα βρεθεί στο αστυνομικό τμήμα όπου θα δηλώσει πως η κοπέλα τον απάτησε. Αργότερα, στην εκδρομή που κάνουν ο Μερσώ, η Μαρί και ο Ραιημόν στο εξοχικό που διατηρούσε ο φίλος του τελευταίου Μασόν με τη σύζυγό του όλο το πρωί μοιάζει ειδυλλιακό και ο ήρωας περνά στιγμές ευτυχίας μαζί με τη σύντροφό του στη θάλασσα. Οι δυο τους επιστρέφουν στο σπίτι, όπου τρώνε και πίνουν κρασί και μετά καφέ μαζί με τους άλλους. Έπειτα οι άντρες πηγαίνουν βόλτα στη θάλασσα, όπου εκεί πραγματοποιείται συμπλοκή με τους Άραβες που παρακολουθούσαν τον Ραιημόν. Ο προαγωγός εμπιστεύεται το όπλο του στον Μερσώ κι ο ίδιος δε θα διστάσει λίγο αργότερα, όταν θ’ αναζητήσει μόνος του σκιά μετά από πολύωρο περπάτημα κάτω από τον καυτό ήλιο, να το χρησιμοποιήσει αντικρίζοντας το μαχαίρι ενός ξαπλωμένου Άραβα. Πυροβολεί τέσσερις φορές.
Ακολουθεί το β΄ μέρος της αφήγησης, όπου παρακολουθούμε τη ζωή του αφηγητή μετά το έγκλημα. Γινόμαστε μάρτυρες της ανακριτικής διαδικασίας όπου ο ήρωας δηλώνει την αθεΐα του και την άρνηση μεταμέλειας του για τον φόνο που διέπραξε. Οι ώρες μέσα στη φυλακή περνούν μέσα από τη λειτουργία της μνήμης και των αναμνήσεων, της ανάγνωσης μιας ιστορίας για το φόνο ενός Τσεχοσλοβάκου και τον ύπνο. Στη δίκη του απαγγέλλεται η θανατική ποινή με δημόσιο αποκεφαλισμό. Μπροστά στο φόβο του θανάτου ο ήρωας αναλογίζεται την αδικία της τελεσίδικης ποινής και στήνει εναλλακτικά σενάρια απόδοσης της δικαιοσύνης σε περιπτώσεις εγκλημάτων αλλά και διαφυγής του ίδιου τη στιγμή της εκτέλεσης. Το έργο ολοκληρώνεται με την οργή και το ξέσπασμα του Μερσώ εναντίον του παπά που επιμένει να τον επισκέπτεται παρά την άρνησή του, προκειμένου να τον φέρει πιο κοντά στο Θεό, τη μετάνοια και τη συγχώρεση. Κοντά στο θάνατο, μακριά από κάθε ελπίδα, ο ήρωας νιώθει τόσο απελευθερωμένος, ώστε είναι έτοιμος να γράψει τη ζωή του από την αρχή.
Δε γνωρίζουμε τελικά αν πράγματι του επιβλήθηκε η θανατική ποινή. Αυτό είναι κάτι που ο συγγραφέας το αφήνει ανοιχτό στη σκέψη μας.
Εκείνο που είναι αξιοσημείωτο είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Καμύ στήνει την αφήγησή του, ακολουθώντας τη δομή της αρχαίας τραγωδίας: στο β΄ μέρος βρισκόμαστε μέσα στο μυαλό του Μερσώ και παρακολουθούμε τις σκέψεις του για το παράλογο της ποινής που του επιβλήθηκε, το φόβο του απέναντι στον επερχόμενο θάνατο αλλά και την αγωνία του για την τυχόν αναίρεση της ποινής του δημόσιου αποκεφαλισμού. Προκαλώντας ο συγγραφέας τον έλεο και τον φόβο φτιάχνει μια παγίδα στην οποία εύκολα μπορεί ο αναγνώστης να πέσει, δηλαδή να ξεχάσει ότι ο άνθρωπος αυτός έχει διαπράξει ένα βαρύ έγκλημα, την αφαίρεση μιας ανθρώπινης ζωής.
Κορύφωση-> Έλεος-> Φόβος->Λύσις=Τέλος=Σκοπός=>Ολοκλήρωση
#Ο συγγραφέας θ’ ακολουθήσει το ίδιο σχήμα και στην Πτώση, χωρίζοντας την αφήγηση σε α΄ και β΄μέρος και στήνοντας μέσω της εξομολόγησης του ήρωά του μια παγίδα που εύκολα ο αναγνώστης μπορεί να πέσει μέσα.
Για περισσότερα σχετικά με την Πτώση: Η Πτώση του Αλμπέρ Καμύ 
                                                                    Η Πτώση, Αλμπέρ Καμύ

Το τελευταίο απόσπασμα του α΄μέρους ενδεικτικό της κορύφωσης του έργου:
[…] Κι αυτή την φορά, δίχως να σηκωθεί, ο Άραβας τράβηξε το μαχαίρι του και μου το έδειξε μέσα στον ήλιο. Το φως έπεσε πάνω στο ατσάλι κι ήταν σα μια μακριά αστραφτερή λεπίδα που με χτυπούσε κατακούτελα. Την ίδια στιγμή ο ιδρώτας που είχε μαζευτεί μέσα στα φρύδια μου κύλησε μονομιάς πάνω στα βλέφαρά μου και τα σκέπασε μ’ ένα χλιαρό και πυκνό πέπλο. Τα μάτια μου τυφλώθηκαν πίσω απ’ αυτό το παραπέτασμα από δάκρυα κι αλάτι. Δεν ένιωθα πια, παρά τα κύμβαλα του ήλιου πάνω στο μέτωπό μου, και πιο αμυδρά, το αστραφτερό λόγχισμα απ’ το μαχαίρι που ήταν συνέχεια στραμμένο καταπάνω μου. Αυτό το πυρωμένο ξίφος ροκάνιζε τις βλεφαρίδες μου και χωνόταν μέσα στα πονεμένα μάτια μου. Τότε ήταν πού όλα σαν να τρεμόσβησαν. Η θάλασσα έφερε μια πνοή πυκνή και διάπυρη. Μου φάνηκε πώς ο ουρανός άνοιγε ολόκληρος πέρα ως πέρα για να πέσει μια βροχή από φωτιά. Ολόκληρη η ύπαρξή μου τεντώθηκε κι έσφιξα σπασμωδικά το χέρι μου πάνω στο περίστροφο. Η σκανδάλη υποχώρησε, άγγιξα την γυαλιστερή κοιλιά της κάνης, κι εκεί, μέσα στον κρότο τον ξερό μαζί κι υπόκωφο, άρχισαν όλα. Τίναξα από πάνω και τον ήλιο. Κατάλαβα ότι είχα καταστρέψει την ισορροπία της μέρας, την έξοχη σιωπή μιας παραλίας όπου ήμουν ευτυχισμένος. Τότε, τράβηξα άλλες τέσσερις φορές πάνω σ’ ένα κορμί ακίνητο όπου οι σφαίρες βυθιζόντουσαν χωρίς να φαίνεται τίποτα. Κι ήταν σα να χτυπούσα, με τέσσερις σύντομους χτύπους, την πόρτα της δυστυχίας (66).


Ολοκληρώνοντας αυτήν εδώ την ανάρτηση θα ήθελα να πω πως λατρεύω τον Καμύ. Για την πάντοτε σωστή χρήση της λέξης που διαλέγει, για την ελευθεριότητά του, για το στοιχείο της διαφορετικότητας που προβάλλει ως δείκτη ταυτότητας του καθενός από εμάς.


Καμύ Αλμπέρ, Ο ξένος, μτφ. Λίλα Παπαδούλη-Γκινάκα, εκδ. γράμματα, σελ.125.
.

5 σχόλια:

  1. Ομολογώ ότι με την ανάρτησή σου αυτή μου ανακίνησες το ενδιαφέρον για το βιβλίο. Το είχα διαβάσει περισσότερο από μια δεκαετία πριν, όμως, τότε δεν με είχε ενθουσιάσει.
    Θα το ξαναανακαλύψω χάρη σε εσένα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πόσο χαίρομαι γι' αυτό..., στ' αλήθεια!
      Νομίζω πως με το πέρασμα του χρόνου αλλάζουμε ως άνθρωποι και η ανάγνωση ενός τόσο φιλοσοφικά μεστού κειμένου δε μπορεί να είναι η ίδια. Κάθε φορά θα είναι διαφορετική, θα μας πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα.

      Διαγραφή
  2. Καλησπέρα!
    Ενδιαφέρον το blog και οι αναρτήσεις σας!
    "Ο ξένος" του Καμύ, ήταν στη φετινή επιλογή βιβλίου προς ανάγνωση έπειτα από την προτροπή μιας φίλης γύρω από την έννοια του μηδενισμού!
    Ήταν καλογραμμένο βιβλίο, είχε βάθος και ήθελε αρκετή σκέψη.. με έκανε να αναλογιστώ πολλά πράγματα!
    Καλό σας απόγευμα και θα παρακολουθώ τις αναρτήσεις σας!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ρaloma, o "Ξένος" είναι πολυαγαπημένο βιβλίο, όπως και η "Πτώση". Και τα δύο μ' έκαναν να δουλέψω με τον εαυτό μου, να φιλοσοφήσω τη ζωή μου διαφορετικά.
      Σ' ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια για το ιστολόγιό μου και θα χαρώ να τα λέμε :-)

      Διαγραφή
  3. Αλμπέρ Καμύ (Albert Camus, 1913 - 4 Ιανουαρίου 1960)
    του Paolo Flores d'Arcais
    http://aftercrisisblog.blogspot.gr/2014/01/1913-4-1960.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...