Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

Η αγάπη και 32 άλλα διηγήματα, Αντόν Τσέχωφ



Τα τελευταία χρόνια που διαβάζω συστηματικά ξένη πεζογραφία σπάνια το μυαλό μου πήγαινε στον Αντόν Τσέχωφ. Δίσταζα, γιατί τον θεωρούσα «παιδικό», έχοντας στο μυαλό μου το διήγημα που διδασκόμασταν στο σχολείο Ο παχύς και ο αδύνατος (το οποίο είναι μεν αξιόλογο, όμως κατά τη γνώμη υπάρχουν άλλα πολύ καλύτερα). Έπειτα, πάντα έδειχνα μια αποστροφή προς τη μικρή φόρμα, καθώς αισθανόμουν ότι μέσα στα στενά πλαίσιά της οι συγγραφείς δεν μπορούν να χτίσουν χαρακτήρες ή απλά και μόνο να σε πάρουν από το χέρι και να σε ταξιδέψουν.

Μια προτροπή για ένα βιβλίο ήταν αρκετή για να αναθεωρήσω όλα όσα πίστευα και ακόμη περισσότερο να λατρέψω έναν συγγραφέα τόσο που να γίνει με το χέρι στην καρδιά ο πιο αγαπημένος. Η αγάπη και 32 άλλα διηγήματα αποτέλεσε για μένα ένα κρυμμένο μυστικό της λογοτεχνίας που κρατούσε μέσα του όλη την αλήθεια του κόσμου. 

Εδώ είναι συγκεντρωμένα 33 διηγήματα διαμάντια. Ανεξάρτητα από το τέλος τoυς, εκείνο που κυριαρχεί στην ψυχή του αναγνώστη είναι η ταύτιση με τα πρόσωπα που πλάθονται ακόμη και σε έκταση ενός διηγήματος μιάμισης σελίδας. Ο συγγραφέας, βαθύς στοχαστής και παρατηρητής της ζωής, δίνει στις λέξεις το σωστό βάρος με αποτέλεσμα να ψυχογραφεί ήρωες έτοιμους να ξεπηδήσουν από το χαρτί, ζωντανούς και ανθρώπινους, ούτε τραγικούς ούτε χαρούμενους, κάποιες φορές ικανούς να φτιάξουν έναν ήλιο μετά τη συννεφιά. Χαρακτήρες ανάγλυφοι, διαυγείς, με χαρίσματα και ελαττώματα, άνθρωποι της τσαρικής Ρωσίας όμως εξ’ ολοκλήρου διαχρονικοί και επίκαιροι.

Ο Τσέχωφ, ήρεμος, μελαγχολικός, γλυκός, βουβός μα πνιγηρός, μοιάζει με την εποχή του φθινοπώρου. Με την πραότητά του σε εθίζει στη γαλήνη της γραφής του, τις ζωντανές περιγραφές της φύσης αλλά και των κλειστών, σκοτεινών και κρύων δωματίων της Ρωσίας.  Βασικά θέματα που τον απασχολούν είναι η ευτυχία και η δυστυχία, η επίδραση του χρόνου στις ανθρώπινες σχέσεις, η εργασία, η κοινωνική θέση, η ματαίωση και κάποτε η εκπλήρωση των πόθων, ο αποχωρισμός.

Από τα πιο αγαπημένα της συλλογής: Ο Βάνκας, Να κοιμηθώ, Η φραγκοσταφυλιά, Η κυρία με το σκυλάκι και κυρίως Η αγάπη. Δεν θα αναφερθώ στο περιεχόμενό τους, γιατί η μαγεία τους κρύβεται όχι στο θέμα αλλά στον τρόπο που ο διηγηματογράφος τα επεξεργάζεται.

Μια ονειρεμένη έκδοση που αποκαλύπτει την συγγραφική απλότητα, καθαρότητα, αρτιότητα και κομψότητα του μεγάλου Ρώσου που έχει τη δύναμη να αιχμαλωτίζει τους αναγνώστες κάθε εποχής. Ο Τσέχωφ είναι βάλσαμο, ικανός να ξεκουράσει το μυαλό και την ψυχή. Μια οδυνηρή, γλυκιά απόλαυση.


Τσέχωφ Αντόν, Η αγάπη και 32 άλλα διηγήματα, μτφ. Βασίλης Ντινόπουλος, εκδ. Εστία, σελ. 376.

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

O θείος Βάνιας, η Χοντρομπαλού και ένας Άγγελος του παράξενου



Δεν τρέφω καμία ιδιαίτερη εκτίμηση για το θέατρο – ούτε για αυτό που γράφεται ούτε για εκείνο που παίζεται. Νομίζω ότι η λογοτεχνία δεν ζει αρμονικά με το θέατρο. Τα κείμενα που γράφονται είναι από τα πιο βαρετά που υπάρχουν, αποστειρωμένα και ξεψυχισμένα. Μα, θα μου πείτε, γράφονται ειδικά για το θέατρο, εκεί πάνω θα τους εμφυσηθεί ζωή. Τότε, γιατί εκδίδονται; Γιατί δεν βλέπω, σε αντίστοιχη κατανομή, σενάρια κινηματογραφικών ταινιών, που θα είχαν και περισσότερο ενδιαφέρον; Και τούτο το αλλόκοτο επίθετο, “θεατρικός”, μπροστά από τη λέξη συγγραφέας; Λες και πρόκειται για μιαν αναπηρία του λόγου που προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από ευφημισμούς.

Έχω διαβάσει ελάχιστα θεατρικά κείμενα και έχω δει ακόμα λιγότερο θέατρο. Φαίνεται αυτό, καγχάζετε σαρκαστικά! Έχω διαβάσει Ίψεν (ο οποίος έχει μια τεράστια συγγραφική δύναμη, και δυστυχώς για μένα, που έγραψε μόνο θεατρικά!), Τσέχωφ, Μπέκετ και Ιονέσκο και όταν τελείωσα την ανάγνωση ένιωσα σαν να με είχαν ληστέψει στη μέση του δρόμου! Δελεάστηκα από την μακρόχρονη πεποίθηση ότι η ανάγνωση θεατρικών κειμένων εμπεριέχει απόλαυση και την πάτησα. Αφού δεν είμαι ηθοποιός, τι στο καλό σκεφτόμουν; Σαν να αγόραζε κάποιος ένα εγχειρίδιο για σκάκι όταν δεν γνωρίζει καν πώς στήνονται τα κομμάτια στην σκακιέρα, μόνο και μόνο επειδή άκουγε όλο και συχνότερα ότι το σκάκι είναι μεγάλη τέχνη! Φυσικά και να εκδίδονται τα θεατρικά κείμενα, άλλα ως τεχνικά εγχειρίδια ειδικού σκοπού. Κάθε φορά που προσπαθώ να τα προσεγγίσω με λογοτεχνική ματιά, μου φαντάζουν θνησιγενή και ανίκανα να ανακινήσουν μέσα μου αισθήματα συμπόνοιας. 

Οι τρεις εναπομείναντες συγγραφείς που αναφέρω παραπάνω, όταν απεκδύονται τον θεατρικό μανδύα που τους κρατά σε μια κατάσταση λογοτεχνικού εγκλεισμού, κάνουν πραγματικά θαύματα, ο Ιονέσκο με τον “Μοναχικό” του, ο Μπέκετ με την τριλογία του και ο Τσέχωφ με τα διηγήματά του. Αν είμαι μόνο εγώ που διακρίνω αυτή την διαφορά, τότε είμαι τρελός, και σας παρακαλώ θερμώς να μην ενοχλήσετε τον κόσμο μου! Και μιας και μιλάμε για τρελούς, να μην ξεχάσουμε τον Πόε, τον ηγέτη που συγκέντρωσε υπό την σκέπη του, τις συγγραφικές και αναγνωστικές μάζες και τις οδήγησε προς ένα καλύτερο λογοτεχνικό μέλλον! Πίσω από τη λέξη “διήγημα” πέφτει βαριά και σκοτεινή η σκιά του Πόε! Δυο σημαντικοί επίγονοι του Πόε ήταν ο Γκυ Ντε Μωπασάν και ο Τσέχωφ, συγγραφείς που “θεοποίησαν” το διήγημα και το έστειλαν παρηγοριά στους ταπεινούς και καταφρονεμένους. Αυτοί απέδειξαν ότι η διηγηματογραφία είναι ύψιστη Δημιουργία και ότι ο Θεός τελικά μπορεί και να υπάρχει! 

Ας ασχοληθούμε μόνο με τον Τσέχωφ – το Άγιο Πνεύμα της παραπάνω Αγίας Τριάδας! Ο Τσέχωφ είναι η επιτομή της συντομίας, στις πρώτες πέντε γραμμές έχεις καταλάβει πού βρίσκεσαι, γιατί, ποιος μιλάει, σε ποιον μιλάει και για ποιο θέμα. Αν δε θέλετε να πάνε χαμένα τα λεφτά σας σε εργαστήρια δημιουργικής γραφής, απλώς διαβάστε λίγο Τσέχωφ! Αν πάλι θέλετε να σκορπίσετε τα λεφτά σας, τότε γραφτείτε σε ένα εργαστήριο δημιουργικής γραφής και περιμένετε υπομονετικά μέχρι ο καθηγητής σας να σας συμβουλέψει να διαβάσετε λίγο Τσέχωφ!  Στο βιβλίο “Ώ, γυναίκες, γυναίκες!” συγκεντρώνονται 51 νεανικά διηγήματα τα οποία ο Τσέχωφ έγραψε με ψευδώνυμο (Τι δειλία!, θα σκεφτούν κάποιοι) σε ρώσικα περιοδικά. Η νεαρή ηλικία του συγγραφέα αντανακλάται μέσα στα διηγήματά του – είναι πολύ χιουμοριστικά, με περισσή σκωπτικότητα και έντονη διάθεση εμπαιγμού, χαρακτηριστικά που άφησαν αυτά τα πρώιμα διηγήματα στην σκιά για χρόνια, τόσο παράταιρα με όσα γράφονταν εκείνη την εποχή. Ωστόσο, ο νεαρός Τσέχωφ ήδη μπορούσε να εντοπίζει με ευκρίνεια τις αντιφάσεις της ανθρώπινης ζωής, με μια εξαιρετική παρατηρητικότητα που δεν αλλοιώθηκε ούτε στο ελάχιστο με τα χρόνια, σε αντίθεση με την αυθάδεια του χιούμορ της νιότης που αναπόφευκτα ωρίμασε μαζί του και τελικά πήρε μια γεύση πίκρας. Ο Μαξίμ Γκόρκι, ο αιώνιος μαθητής του, αποφαίνεται στο επίμετρο του βιβλίου, “Αναμνήσεις από τον Τσέχωφ”, ότι,

(...) κανένας δεν καταλάβαινε τόσο καθαρά και λεπτά όσο ο Αντόν Πάβλοβιτς την τραγικότητα των μικροπραγμάτων της ζωής, κανένας πριν από αυτόν δεν μπόρεσε να ζωγραφίσει στους ανθρώπους τόσο αληθινά και ανελέητα τον επαίσχυντο και θλιβερό πίνακα της ζωής τους, μέσα στο θολό χάος της μικροαστικής ρουτίνας.

Εχθρός του ήταν η χυδαιότητα˙ σ' όλη του τη ζωή πάλευε εναντίον της, τη χλεύαζε και την απεικόνιζε με την άφοβη, οξεία πένα του, κατορθώνοντας να βρει τη μούχλα της ακόμα κι εκεί που με την πρώτη ματιά φαινόταν πως τα πάντα ήταν οργανωμένα καλά, βολικά, ακόμα και λαμπρά... Και η χυδαιότητα τον εκδικήθηκε γι' αυτό μ' άσχημο τρόπο, βάζοντας το πτώμα του, το νεκρό σώμα ενός ποιητή, σ' ένα βαγόνι για μεταφορά στρειδιών...


Ο Αντόν Τσέχωφ ήταν ένας μανιακός της γραφής, έγραφε συνεχώς και ταχύτατα. “Γράφε όσο περισσότερο μπορείς! Γράφε, γράφε, γράφε μέχρι να σπάσουν τα δάχτυλά σου!” Οι οδηγίες προς ναυτιλομένους έχουν εκδοθεί στο όμορφο βιβλίο του “Η τέχνη της γραφής”. Στα πρώιμα διηγήματά του γίνονται μόνο κάποιες αχνές νύξεις για την συγγραφική ζωή και τέχνη, και μόνο σε ένα απόσπασμα φαίνεται να ξεσπάει με απίστευτη δριμύτητα, προοίμιο όλων των κατηγοριών που θα δεχθεί στην ζωή του.

(...) Ο κόσμος είναι μεγάλος και γενναιόδωρος, μα ένας συγγραφέας δεν φαίνεται να χωρά σε αυτόν! Ο συγγραφέας είναι ένα αιώνιο ορφανό, ένας εξόριστος, ένας αποδιοπομπαίος τράγος, ένα ανυπεράσπιστο παιδί! Χωρίζω το ανθρώπινο είδος σε δυο κατηγορίες: συγγραφείς και ζηλόφθονους! Οι πρώτοι γράφουν, οι δεύτεροι πεθαίνουν από ζήλια και ξοδεύουν τον χρόνο τους συνωμοτώντας και καταστρώνοντας σχέδια εναντίον των πρώτων. Έχω πέσει συχνά θύμα αυτών των συνωμοσιών και θα πέφτω πάντα! Έχουν καταστρέψει τη ζωή μου!



Ο όμορφος τίτλος “Ω, γυναίκες, γυναίκες!” (όπως και το εξώφυλλο) είναι αρκετά Τσεχωφικός, αλλά νομίζω ότι δεν ταιριάζει καθόλου με την συγκεκριμένη συλλογή διηγημάτων. Υπάρχουν αρκετές γυναίκες εδώ μέσα, που ταλαιπωρούν τους συζύγους τους, και φυσικά ταλαιπωρούνται και εκείνες από αυτούς, όμως, ο θαυμασμός που αναδίδει ο τίτλος είναι παραπλανητικός. Υπάρχει μόνο σαρκασμός που φαίνεται ολοκάθαρα στο ομώνυμο διήγημα, αλλά και στα περισσότερα της συλλογής. Όταν κάποιος διαβάσει όλα τα διηγήματα θα νιώσει ότι “εξαπατήθηκε”, γιατί από τον τίτλο, περίμενε ήδη να συναντήσει διηγήματα άλλου ύφους και περιεχομένου. Αν έπρεπε να επιλεγεί κάποιο διήγημα για να δώσει και τον τίτλο της συλλογής, το “Μετά το πανηγύρι”, “Από το ημερολόγιο ενός βοηθού λογιστή” ή έστω το “Μια υπνωτιστική παράσταση” είναι σαφώς καλύτερες επιλογές. Το λιτό και υπαινικτικό “Ίντριγκες” είναι κατά την γνώμη μου, η τέλεια επιλογή! Ανάλογο προβληματισμό ίσως να σας προκαλέσει και το εξώφυλλο. 

Η μετάφραση της Παυλίνας Παμπούδη είναι πολύ καλή. Ο λόγος του Τσέχωφ είναι στρωτός και απλός και φθάνει πολύ ωραία στην γλώσσα μας μέσω της Αγγλικής οδού! Η μετάφραση βασίστηκε στην αγγλική έκδοση “The undiscovered Chekhov”. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί ένα κείμενο να φθάσει σε μας μέσω μιας τρίτης γλώσσας, δεν συμπαθούσα το “σπασμένο τηλέφωνο” όταν ήμουν μικρός και εξακολουθώ να μην το συμπαθώ ούτε τώρα που μεγάλωσα! Το επίμετρο του Γκόρκι, μεταφράστηκε από την Άννα Αβάκοβα, και χωρίς να θέλω να θίξω την συμβολή της (που ήταν καίρια), δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ, γιατί τόσος κόπος; Δεν υπήρχε το επίμετρο στα Αγγλικά;; 

Οι εκδόσεις “Ροές” είναι από τις πλέον καλαίσθητες του χώρου και πάντα απολαμβάνω να τις διαβάζω και να τις συλλέγω. Όμως αυτές οι παραφωνίες δεν πέρασαν διόλου απαρατήρητες. Παρόλα αυτά, η απόλαυση που πήρα από την ανάγνωση του βιβλίου, χτύπησε κόκκινο, τα διηγήματα είναι υπέροχα, χρυσαφίζουν μέσα στην λάσπη, και σας το λέω έντιμα, δεν χρειάζεται πολύ κοσκίνισμα για να τα βρείτε. Ξεκινήστε την βιβλιοθηρία! 

                                                                                         Μαραμπού


Τσέχωφ Άντον, Ω, γυναίκες, γυναίκες!, μτφ. Παυλίνα Παμπούδη, εκδ. Ροές, σελ.262. 

# Το παραπάνω ενδιαφέρον κείμενο έγραψε ο Μαραμπού και το έστειλε, προκειμένου να στηρίξει τη λειτουργία του ιστολογίου μου. Τον ευχαριστώ από καρδιάς τόσο για τη σκέψη, όσο και για την επιλογή, μιας και ο Τσέχωφ, γήινος και καθαρός σαν το διαμάντι, είναι ο πιο αγαπημένος μου διηγηματογράφος κι εγώ λάτρης της κλασικής λογοτεχνίας. Πώς να το κρύψουμε, άλλωστε;

Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

Το μεταφράζειν εστί φιλοσοφείν


Μετά από τόσο καιρό που έχω να γράψω στο βιβλιομπλογκάκι μου -το οποίο ομολογουμένως μου έλειψε πολύ- και με αφορμή τη χθεσινή μέρα σκέφτηκα να μιλήσω για τη δική μας, τη λογοτεχνική μετάφραση.

Διαβάζοντας στις αρχές του καλοκαιριού το Ταξίδι στην άκρη της νύχτας έμεινα ενεή. Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, αναρωτιόμουν πώς είναι δυνατό ένας άνθρωπος να καταφέρνει να πιάνει τόσο καλά το σφυγμό ενός κειμένου και να τον μεταδίδει στους αναγνώστες, θαρρείς και είναι γραμμένο εξαρχής μόνο για μας. Αυτό δεν είναι εκμηδένιση του τόπου και του χρόνου, συνδημιουργία, αναδημιουργία;

Η λογοτεχνία είναι οι λέξεις, οι αποχρώσεις και τα νοήματά τους. Δίχως πολλή σκέψη, τολμώ να πω ότι πετυχημένη είναι μια μετάφραση, όταν ο νέος δημιουργός γίνει παράλληλος του πρώτου: συλλάβει σε βάθος το σύνολο του ξενόγλωσσου έργου και ό,τι αυτό κουβαλά (θέση των γραμμάτων, πιθανές σημασίες των λεκτικών συνόλων, πολλαπλές ερμηνείες των προτάσεων, ύφος), λάβει υπόψη του τη συγχρονία και τη διαχρονία του, το συγγραφέα αλλά και την πρόσληψη της εποχής. Όταν τελικά όλα αυτά μαζί μάς τα δώσει σ’ ένα καινούργιο καλλιτέχνημα, ριζωμένο λεκτικά στο σήμερα και ταυτόχρονα δεμένο με το αρχικό, την πηγή της δημιουργίας. Ρέον, ωσάν το γάργαρο νερό.

Δηλώνω λάτρης της ξένης πεζογραφίας και νιώθω ευγνωμοσύνη για όλους αυτούς τους διαμεσολαβητές της γραφής που χάρη στην ενδελεχή γνώση άλλων γλωσσών πέραν της μητρικής τους, ήρθαν σε επαφή με εκείνο, το πρωτογενές υλικό, το γνώρισαν, το κατανόησαν με μόχθο και τελικά το έφτασαν ως εμένα (τον Σελίν, το Ναμπόκοφ, τον Στάινμπεκ, τον Τσέχοφ και τόσους άλλους). Γιατί χωρίς αυτά τα διαβάσματα, δε θα ήμουν η Αγγελική του σήμερα.

Οι μεταφραστές είναι οι δικοί μου φιλόσοφοι που οδηγούν με ασφάλεια το σκάφος της πολιτείας μας. Η εγχώρια λογοτεχνία θα ήταν τελείως διαφορετική χωρίς το λειτούργημά τους. Συμβάλλουν στον καθένα ξεχωριστά, αλλά και στο σύνολο. 

Εύχομαι η προσπάθεια των χαρισματικών αυτών ανθρώπων να συνεχίσει αυτές τις δύσκολες εποχές που διανύουμε και με τη συνδρομή των εκδοτών να μπουν στα εργαστήρια της γραφής λογοτεχνών από όλα τα μήκη και πλάτη της γης, να μας φέρουν σ’ επαφή και με άλλα δημιουργήματα, προσφέροντάς μας τί άλλο, παρά το ίδιο το φως.


Η φωτογραφία είναι από εδώ: http://atypicalhipsta.com/
 

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...